Πέτρινα Γεφύρια της Ελλάδας: Μονοπάτια στην Ιστορία και την Λαϊκή Αρχιτεκτονική






https://drive.google.com/file/d/0B-RAgVMXo2w1eC1vWjZFa1NHNlk/view


https://drive.google.com/file/d/0B-RAgVMXo2w1UzdhRldEbnl3R2M/view

https://drive.google.com/file/d/0B-RAgVMXo2w1cHRXdFFuLXN5MFU/view?usp=sharing


____________________________________________________________


Περίληψη της εισήγησης

Βασίλης Κωνσταντινίδης
Εκπαιδευτικός, μέλος της Π.Ο. του ΚΠΕ Αργυρούπολης, 

Σταυρούλα Σκανδάλη
Εκπαιδευτικός Α/βάθμιας Εκπαίδευσης

Παναγιώτης Σκανδάλης
Εκπαιδευτικός Α/βάθμιας Εκπαίδευσης

Περίληψη (από την εισήγηση στο συνέδριο ΣΕΦΑΑ "Αθλητισμός και πολιτισμός", 27.5.2016)
 
Η ύπαρξη στον Ελλαδικό χώρο Πέτρινων Γεφυριών μοναδικών και ιδιαίτερων τόσο για τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά τους όσο και για το ιστορικό κατασκευής τους αποτελούν την προϋπόθεση της ανάπτυξης του εμπορίου την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Κεντρική Ευρώπη και τις Παραδουνάβιες χώρες, τον σύνδεσμο της συγγένειας των Ελλήνων με τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς και την πολιτιστική δυνατότητα συναδέλφωσής τους.

 Όπου χτίζονται αυξάνεται η επικοινωνία, γίνεται ευκολότερη η πρόσβαση και περιοχές βγαίνουν από την αφάνεια. Από την αρχαία εποχή όταν κατασκευάζονται τα πρώτα πέτρινα γεφύρια στην Πελοπόννησο έως και την σύγχρονη εποχή υπάρχει μια «πατροπαράδοτη μνήμη» των κτιστάδων που χωρίς να ’ναι σπουδασμένοι μηχανικοί κατασκευάζουν αριστουργήματα λαϊκής αρχιτεκτονικής, που το καθένα διαφέρει από το άλλο.

 Η λαϊκή μούσα μέσω του δημώδους ποιήματος «Το Γεφύρι της Άρτας» δίνει πληροφορίες για τις δυσκολίες κατασκευής των γεφυριών στο σύνολό τους, τα βάσανα και τους καημούς των ξενιτεμένων μαστόρων και την προσμονή – προσευχή ώστε το έργο τους να ’ναι επιτυχημένο. Τα χωριά της ορεινής Πίνδου άγονα και αφιλόξενα για την προκοπή και την επιβίωση των κατοίκων τους κάτω ειδικά και από τον Οθωμανικό ζυγό, τους αναγκάζει να μεταναστεύσουν στην Κεντρική Ευρώπη και τις Παραδουνάβιες χώρες. Πλήθος ανδρών της γίνεται επιφανές στα ξένα και κάνοντας προκοπή με εμβάσματα που στέλνουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους χτίζουν σχολεία, εκκλησίες, ιδρύματα, δημιουργούν συνεταιρισμούς, επιχορηγούν την κατασκευή γεφυριών και προωθούν όλο και περισσότερους συντοπίτες τους να δημιουργήσουν στον τόπο τους ή να μεταναστεύσουν. Έτσι ιδρύονται και τα «μπουλούκια». Ομάδες δηλαδή συγχωριανών  που λαξεύουν από παράδοση την πέτρα και δημιουργούν αριστουργήματα. Η φήμη τους εξαπλώνεται και αυτοί ταξιδεύουν στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου και διαδίδουν τον πολιτισμό τους. Τον Ελληνικό Λαϊκό Πολιτισμό.

 Και αν αυτός ο αρχέγονος πολιτισμός στις μέρες μας χάθηκε και δεν δημιουργούνται πλέον «μπουλούκια» και πετράδες καθήκον μας είναι να διατηρήσουμε τα  πέτρινα γεφύρια της πατρίδας μας και μέσω συγκεκριμένων δράσεων να τα μετατρέψουμε σε εστίες διάδοσης του Πολιτισμού  και της Λαϊκής Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής μας

Summary
Having Stone Bridges in the Greek area with unique and distinctive geometric characteristics and of historical construction, ensures the development of trade during the Ottoman period between Central Europe and the countries around Danube. Also they were a connection between Greeks and other Balcan peoples, therefore their cultural solidarity was strengthened.
Wherever stone bridges were built, communication expanded, accessing the unimportant areas becomes easier. Ever since ancient times there has been a tradition in the construction of stone bridges in the Peloponnese which has lasted until modern times. The builders, share a “traditional memory” without having studied engineering. However, they create masterpieces of folk architecture, each different from one another.
The folk muse, through the vernacular poem “The Bridge in Arta” shares information about the hardships during construction period in their whole. It also discusses the hard times and agony of the immigrant craftsmen and their anticipation-pray for the success of their work. The villages on the mountain of Pindos, too infertile and inhospitable for the inhabitants to survive and progress, especially under the Ottoman rule, force them to leave Greece and migrate towards Central Europe and Danube countries. A majority of builders succeeds abroad and send money back to Greece to fund schools, churches, institutions and companies.

More bridges are built and more and more people are promoted to develop their area or migrate. This is how “bouloukia” are formed. Groups of  neighbouring villagers who carve the stone and create masterpieces. Their reputation expands and they travel all around the discovered world where they spread civilization. The “Greek Folk Civilazation”.
Even if this ancient culture has been lost in our days and “bouloukia” are no longer formed, it is our duty to preserve the Stone Bridges of our country, with specific actions and to turn them into our cultural dissemination centres.




1.- Η μετανάστευση των Ελλήνων στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του εμπορίου και των τεχνών.

Μετά την Άλωση της Πόλης και την ολοκληρωτική κυριαρχία των Οθωμανών στην Βαλκανική οι συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων κατοίκων γίνονται πιο δύσκολες. Ειδικά μάλιστα αυτές των ορεινών περιοχών. Σαν φυσική συνέπεια αρχίζουν οι μετακινήσεις πληθυσμών.

 Σε πρώτη φάση στα μέσα του 18ου αιώνα από την Δυτική Μακεδονία (Βλάστη – Μπλάτσι, Κλεισούρα, Καστοριά, Κοζάνη, Σιάτιστα, Σισσάνι) και την Βόρειο Ήπειρο (Μοσχόπολη) μετακινούνται οι Βλαχόφωνοι προς τον οδικό άξονα της Σερβικής ενδοχώρας: Νις, Βελιγράδι, Νόβισαντ, Πέστη, Βιέννη. Αργότερα επεκτείνονται τόσο προς την Πολωνία όσο και προς τις παραδουνάβιες χώρες. Το γεγονός που συνετέλεσε σ’ αυτήν την εξάπλωση είναι: η ηγεμονία των Φαναριωτών στις Παραδουνάβιες (1711-1821), με πρώτο τον ελληνικής καταγωγής Νικόλαο Μαυροκορδάτο και η συνθήκη του Pozarevic το 1718, όπου και καινούργιες περιοχές τίθενται κάτω από την Αυστριακή κυριαρχία. Έτσι οι ελληνόβλαχοι κυριαρχούν οικονομικά στο Σεμλίνο (Zemun στα σερβικά, δίπλα στο Βελιγράδι) και ειδικά μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης το 1769 από τους 200-250 Έλληνες το 1764 φθάνουν στους 1000 το 1823. Οι δε Αυστριακοί βλέποντας την οξυδέρκεια και το εμπορικό δαιμόνιο των Ελλήνων και των Ελληνόβλαχων (συγκαταλεγομένων και των ορθόδοξων Αλβανών και Σέρβων) δίνουν σ’ αυτούς προνόμια στην αρχή και αργότερα την Αυστριακή υπηκοότητα (Greek Migration to Europe 15th-19th c).

 Η εμπορική δραστηριότητα των Ελλήνων (υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) ή των Ελληνόβλαχων επικεντρώνεται στις πόλεις που αποτελούν τα εμπορικά κέντρα.

Η Βιέννη αποτελούσε το εμπορικό σταυροδρόμι της Κεντρικής, Νότιας και Βορειανατολικής Ευρώπης. Ο δρόμος από τον Νότο ήταν γεμάτος κακουχίες λόγω των καιρικών συνθηκών και ανασφάλειας λόγω των ληστών και των κακοποιών. Είναι φυσικό να συνενώνονται  οι εμπορευόμενοι από την Μακεδονία ή την Ήπειρο και να δημιουργούν καραβάνια με υποζύγια συνήθως άλογα, καμήλες και μουλάρια. Τα κυριότερα προϊόντα που μετέφεραν ήταν: γουναρικά της Καστοριάς, νήματα (κόκκινα και λευκά), χαλιά της Μοσχόπολης, δέρματα της Μακεδονίας και Ανατολής, βαμβάκι Σερρών, αλατζάδες και κρόκος Κοζάνης, κρασί Σιάτιστας και Νάουσας. Οι Έλληνες έμποροι (που σύμφωνα με την απογραφή που διενήργησαν οι αρχές το 1767 προέρχονταν από την Κοζάνη, τις αμψβουργικές  Σέρρες, την Θεσσαλονίκη, τον Τύρναβο και την Τσαριτσάνη), εγκαταστάθηκαν στο Βορειοανατολικό τμήμα της Βιέννης εκεί που διεξάγονταν το χοντρικό εμπόριο, όπου και σήμερα αναφέρεται ως  Griechengasse (οδός των Ελλήνων). Ακριβώς από κάτω ήταν η Σκάλα, το σημείο που υπήρχε η αποβάθρα στον Δούναβη. Έτσι πολύ γρήγορα κάποιοι από τους εμπόρους δημιουργούν μεγάλους εμπορικούς οίκους όπως οι Σίνα, οι Δούμπα (από το Μπλάτσι), ο Ζηνόβιος Πωπ, οι Δάρβαρη, ο Γεώργιος Καραγιάννης και ο Ελληνικός πληθυσμός στα τέλη του 18ου αιώνα φθάνει τα 2000 άτομα. Κάποιοι διακρίθηκαν και αφού παντρεύτηκαν Βιεννέζες ανελίχθησαν. Ο Γεώργιος Σίνας, ο Στέργιος Δούμπας και ο Κωνσταντίνος Μπέλιος έλαβαν τον τίτλο του Βαρώνου, ενώ ο Θεόδωρος Καραγιάννης και ο Νικόλαος Δούμπας έγιναν βουλευτές της Αυτοκρατονικής Δίαιτας. (Ο παροικιακός Ελληνισμός της Βιέννης: η εμπροσθοφυλακή της αναγέννησης. Istorikathemata.com Σελίδας 1). 

Κάποιοι άλλοι ασχολήθηκαν με την Τυπογραφία όπως ο Γεώργιος Βενότης, συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου, οι αδελφοί Γεώργιος και Πούμπλιος Μαρκίδες Πούλιου από την Σιάτιστα, που εξέδιδαν και την ελληνική «Εφημερίδα». Η έκδοσή της θα διακοπεί με την σύλληψη του Ρήγα Φεραίου. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην Βιέννη λειτουργούσαν δύο εκκλησίες σε αντιστοιχία με τις δύο διαφορετικές κοινότητες. Η κοινότητα του Αγίου Γεωργίου ( με οθωμανούς υπηκόους) και της Αγίας Τριάδας (με Έλληνες ή βλάχους με αυστριακή υπηκοότητα) (Greek Migration to Europe 15-19th c).

Στις παραδουνάβιες χώρες ο ελληνισμός ανθεί με την διακυβέρνηση από τους Φαναριώτες (1711-1821), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και από πριν εμπορικές κομπανίες ιδρυμένες από Έλληνες στο Σιμπίου ή στο Μπρασόφ.

Το 1714 όμως ο ιεράρχης Χρύσανθος Νοταράς καλείται από τον Μαυροκορδάτο να αναδιοργανώσει την Ελληνική Ακαδημία της πόλης του Ιασίου. Έτσι έρχονται και αναδεικνύονται αρκετοί απόστολοι του ελληνικού διαφωτισμού όπως ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος), ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος. Οι συνθήκες της Αδριανούπολης το 1829, η Αγγλοτουρκική του 1838 και η Συνθήκη των Παρισίων του 1856 απελευθερώνουν την ανάπτυξη του εμπορίου, και οι Έλληνες αποκτούν τάχιστα μεγάλη δύναμη στο Ιάσιο, στην Κωστάντζα, το Μπρασόφ, το Γαλάτσι.

Ηγέτες σ’ αυτές τις Ελληνικές Κοινότητες αναδεικνύονται ο Παναγιώτης Χαροκόπος, ο Απόστολος Αρσάκης, τα ξαδέλφια Βαγγέλης και Κωνσταντίνος Ζάππας. Την περίοδο 1800-1839 λειτουργούσαν έντεκα ελληνικά σχολεία στο Βουκουρέστι και κυκλοφορούσαν 15 περιοδικά έντυπα. Δεν είναι τυχαίο που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ξεκίνησε την επανάσταση του Γένους από κει δημιουργώντας τον Ιερό Λόχο από το άνθος της Ελληνικής νεολαίας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχές του 20ου ο ελληνισμός της Ρουμανίας προσέγγιζε τα 60.000 άτομα. Σε ελληνικά χέρια βρισκόταν και ο έλεγχος του εμπορίου που διεξαγόταν μέσω του Δούναβη. Είναι χαρακτηριστικό πως από τα 568 συνολικά ποταμόπλοια που έπλεαν στον ποταμό τα 370 ήταν ελληνικά. (Συνέδριο Ρήγας Φεραίος….).

Στην Βουδαπέστη και ευρύτερα στην Ουγγαρία κυριαρχεί η δυναστεία Σίνας. Με καταγωγή από τη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου ο Σίμων Σίνας το 1798 ιδρύει την εμπορική εταιρεία «Σίμων Σίνας και εταίροι», ο δε γιος τους Γεώργιος Σίνας αναδεικνύεται σε μεγάλο έμπορο και τραπεζίτη, ο οποίος φθάνει το 1839 ως εκπρόσωπος της εταιρείας «Γέφυρας των Αλυσίδων» να υπογράψει το συμβόλαιο λειτουργίας της. Η γέφυρα αυτή η μεγαλύτερη και ομορφότερη συνέδεε την Πέστη με την Βούδα και έδωσε την αφορμή να εξελιχθεί  η πόλη τόσο οικονομικά όσο και πνευματικά (baro_sina_simon.html).

 Από την εποχή της ακμής της Ελληνικής Κοινότητας στην Ουγγαρία διασώζονται δεκαοκτώ τάφοι που αποκαταστάθηκαν στο νεκροταφείο του Φιουμέι της Βουδαπέστης.

Είναι περιττό να αναλυθεί περισσότερο το πόσο οι προερχόμενοι από τις περιοχές της Ηπείρου ή της Μακεδονίας που μετανάστευσαν στην Κεντρική Ευρώπη βοήθησαν τα χωριά καταγωγής τους και συνετέλεσαν ώστε μέσω της άνθησης του εμπορίου να χρηματοδοτηθούν τα πέτρινα γεφύρια που έβγαζαν από την απομόνωση ολόκληρες περιοχές.




2.- Τα Πέτρινα Γεφύρια της Ελλάδας

Τα πρώτα πέτρινα γεφύρια που συναντάμε στον Ελλαδικό χώρο είναι Μυκηναϊκής εποχής στην Δρακονέρα Β.Δ. της Ακρόπολης των Μυκηνών. Τα γεφύρια αυτά είχαν οξεία κορυφή και οριζόντια λιθοδομή σε επίπεδα που οι λίθοι του καθενός επιπέδου της ξερολιθιάς προεξείχαν αυτές του κατώτερου. (ΚΠΕ Μακρινίτσας. Τα Πέτρινα Τοξωτά γεφύρια της Ελλάδας, σελ. 14).

Αργότερα στα χρόνια του Ευπάλινου και του Χρυσού Αιώνα οι Έλληνες εξέλιξαν την τέχνη λαξεύματος της πέτρας και την παραδίδουν στους Ρωμαίους, που δίνουν το γνήσιο ημικυκλικό τόξο του θόλου. Σημαντικά έργα τους είναι τα Υδραγωγεία και οι Υδατογέφυρες (για την μεταφορά του νερού).

 Οι Βυζαντινές γέφυρες μετέπειτα αντιπροσωπεύονται από την Υδατογέφυρα της Καβάλας, (επισκευασμένη στα χρόνια του Σουλεϊμάν και είναι εξέλιξη της αντίστοιχης Ρωμαϊκής, με 280 μ. μήκος, 25 μ. μέγιστο ύψος και 60 καμάρες), και της Καρύταινας, (έργο του 1440 πεντάτοξη, με ένα εκκλησάκι μεσότοιχο στην κοίτη του ποταμού), που χρηματοδοτήθηκε από τον Βυζαντινό ευγενή Ραούλη Μελίκη.

 Στην συνέχεια κατασκευάζονται τον 16ο αιώνα: της Πόρτας και της Σαρακήνας, που χρηματοδοτήθηκαν από τον Άγιο Βησσαρίωνα και επισκευάστηκαν αργότερα για να πάρουν την σημερινή τους μορφή.

Τα περισσότερα όμως πέτρινα γεφύρια είναι του 18ου έως και τα τέλη του 19ου αιώνα και έχουν μεγάλη ποικιλομορφία. Είναι πάνω σε κύριους οδικούς άξονες της εποχής τους συνδέοντας χωριά ή πόλεις μεταξύ τους.

 Μερικά οδηγούν σε νερόμυλους ή υδροκίνητες εγκαταστάσεις της εποχής, όπως του Μύλου στους Κήπους στα Ζαγόρια, στο Φούσκαρη και τον Πλάτανο στην Αρκαδία, του Γκίκα στην Κρανιά Τρικάλων, στην Χρυσαυγή του Βοΐου.

Μπορεί ακόμη να γεφυρώνει τους οικισμούς του ίδιου χωριού, όπως στο Επταχώρι Βοΐου, στο Δοτσικό στα Γρεβενά, στο Χαλίκι και στη Κρανιά στα Τρίκαλα, στο Λεωνίδιο και  στη Δημητσάνα στην Αρκαδία.

Πολλά μπορεί να φέρουν το ίδιο όνομα, λόγω του ίδιου  χορηγού τους. Πολλά γεφύρια στην  Νότια Αρκαδία φέρνουν το όνομα του Μπούτουνα (τοπικός βουλευτής). Κάποια παρέμειναν σαν απολιθώματα, όταν στέρεψε ο ποταμός, σαν του Αγίου Ανδρέα στην Αρκαδία. Της Παλαιοκαριάς Τρικάλων είναι πάλι ανάμεσα σε δύο ανισοεπίπεδους καταρράκτες. Η υδατογέφυρα της Μονής Λοκούς διακρίνεται δύσκολα ότι είναι πέτρινο γεφύρι από τους σταλακτίτες που έχουν δημιουργηθεί με την πάροδο των χρόνων.

 Ελάχιστα σχεδιάστηκαν από ξένους αρχιτέκτονες και δεν είναι με την αυστηρή έννοια του όρου λαϊκής αρχιτεκτονικής, αλλά είναι αναμφίβολα κομψοτεχνήματα. Όπως του Ασπροπόταμου (Τέμπλας και Αργυρίου – Καταφυλλίου).

Για τις ανάγκες του σιδηρόδρομου φτιάχτηκαν και τρενογέφυρες, όπως στο Μάναρη Αρκαδίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Άλλα φαίνεται ότι είναι δυτικότροπα λόγω των σχεδιαστών του, όπως στην είσοδο της Δημητσάνας.

Άλλα έχουν ανακουφιστικά τόξα, αρκάδες, ή εγχάρακτες επιγραφές (σπάνια), όπως στο Μέγα Ποταμό στην Πρέβελη.

Το όνομά τους πιθανόν το παίρνουν από τους χορηγούς της εποχής, αλλά για να μην προσβληθούν και οι μετέπειτα δωρητές – επισκευαστές τους, δίνουν και σ’ αυτούς την ονοματοδοσία. Έτσι για παράδειγμα εμφανίζονται γεφύρια με διπλό όνομα όπως είναι το Καλογερικό ή του Πλακίδα. Κάποια οδηγούν σε μοναστήρια (Μονή Κερνίτσης στην Αρκαδία). Σε μερικά όταν είσαι πάνω στο πλακόστρωτό τους και κοιτάξεις κάτω στην κοίτη του ποταμού σε πιάνει δέος: στου Αζίζ Αγά, στης Πλάκας (πριν πέσει), στου Κούκου. Στο τελευταίο ο κατασκευαστής του ο Λαγκαδινός εμπειροτέχνης Κάτσαινος, καλούπωσε σε ύψος 34 μέτρων από την κοίτη του ποταμού με την βοήθεια 13.000 μέτρων σχοινιών!!!

Δεν υπάρχει γεφύρι μικρό ή μεγάλο που να μην εντυπωσιάζει τον περιηγητή με την ομορφιά του και την μαστοριά των χτιστάδων του. Όλα έχουν την ιστορία τους ή πιο σωστά είναι δεμένα με την ιστορία του τόπου τους. Και επειδή συμβολίζει την γεφύρωση των ανθρώπων και των πολιτισμών, γι’ αυτό και υποφέρουν σε περιόδους αναταραχής.

 Στον εμφύλιο το γεφύρι της Καρύταινας έχασε  το ένα τόξο του. Ανατινάχθηκαν του Πασά το 1941, του Κοράκου το 1949, στους Αγίους και τη Μέρτζανη το 1948 . Και όχι μόνο στην χώρα μας. Το ίδιο θα πάθει και το περιβόητο γεφύρι του Mostar στην Βοσνία στις εμφύλιες διαμάχες πρόσφατα.

 Άλλα σημειολογικά καθορίζουν σύνορα: της Πλάκας που κατέρρευσε από απότομη νεροποντή ήταν σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από το 1881 έως το 1913 και ταυτόχρονα εκεί στις 29-2-44 υπογράφτηκε η ανακωχή μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ. 

Όλα ακόμα και το πιο μικρό και ασήμαντο έχει να σου διηγηθεί την ιστορία του. Την ιστορία του ανθρώπου. Την ιστορία του καλού και του κακού. Του εύκολου και του δύσκολου.

Από όλα τα γεφύρια η λαϊκή μούσα διάλεξε το γεφύρι της Άρτας και το ύμνησε εξ ονόματος όλων δίνοντας τόσες και τόσες πληροφορίες για την κατασκευή τους…




3.- Δημοτικό Τραγούδι – Το γεφύρι της Άρτας

Σπάνια ένα δημοτικό τραγούδι θα αποκαλύψει τόσους κρυμμένους θησαυρούς πληροφοριών όσο το γεφύρι της Άρτας μέσα από την υπερβολή και την μυθοπλασία.

«Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι. Ολημερίες το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν. Μοιρολογούν οι μάστορες και κλαιν οι μαθητάδες. Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας, ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται».

Συνήθως τα μπουλούκια ήταν ολιγομελή. Λόγω του μεγέθους του γεφυριού και της δυσκολίας κατασκευής του πρέπει να συνενώθηκαν πολλά μπουλούκια για να ανταπεξέλθουν. Πολλές φορές ο ξυλότυπος που τοποθετείτο κατέρρεε από μια απότομη νεροποντή και γκρεμιζόταν η λιθοποιΐα χωρίς να προλάβει να στεριώσει. Η πληρωμή των μαστόρων γινότανε με συμβόλαιο από τον παραγγέλοντα και σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης του έργου οι εργαζόμενοι έχαναν χρόνο και χρήμα, χώρια την καταφρόνια της μαστοριάς τους και την μελλοντική απώλεια παραγγελιών.

«Πουλάκι εδιάβη κι έκατσεν, αντίκρυ στο ποτάμι, δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι, παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα».

Αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δεν στεριώνει και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη, παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα, που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».

Όταν γίνονταν ατυχήματα υπήρχαν θάνατοι πολυαγαπημένων ανθρώπων, συντρόφων και όχι ξένων, αφού στην κατασκευή του γεφυριού δούλευαν άνθρωποι του μπουλουκιού και όταν ερχόταν το βράδυ ο ύπνος ήταν βαρύς και αδύνατος. Ο πρωτομάστορας ήταν ο υπεύθυνος για την επιλογή των μαστόρων και των παραγιών και αυτός με την αστοχία κατασκευής του γεφυριού ήταν αυτός που πόναγε περισσότερο και τυραννιόταν από εφιάλτες.

«Το δακτυλίδι του ’πεσε στην πρώτη την καμάρα και ποιος να μπει να ποιος να βγει, το δακτυλίδι να ’βρει;»

«Μάστορα, μην πικρένεσαι κι εγώ να πά’ ω σ’ το φέρω, εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να ’βρω».

Το πιο δύσκολο έργο στην κατασκευή του γεφυριού ήταν το στέριωμα της βάσης. Τα βάθρα δηλαδή. Και όπως λένε και οι μαρτυρίες από τα λαογραφικά δρώμενα συνηθιζότανε να βάζουν στα θεμέλια ένα νόμισμα. Η γυναίκα του πρωτομάστορα, σημειολογικά αυτός που έχανε την ζωή του στο ατύχημα ήταν πιθανόν ο πιο παλιός σύντροφός του στην δούλεψη, ο κάλφας. Και η πρώτη καμάρα είναι το  πιο δύσκολο κομμάτι. Αυτή που απαιτεί μεγάλη μαστοριά, γιατί βρίσκεται στο μέσον του ποταμού εκεί που η ροή του νερού είναι δυνατότερη.

«Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση πήγε. Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτας δεν βρήκα. Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη, παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο. Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας. Τρεις αδερφάδες ήμαστε και οι τρεις κακογραμμένες. Η μια ’χτισε το Δούναβη κι η άλλη τον Αφράτη κι εγώ η πιο στερνότερη της Άρτας το γεφύρι».

Για τα μακρινά ταξίδια ο πρωτομάστορας διάλεγε τους έμπειρους, και σκληροτράχηλους ενώ στα κοντινά δούλευαν οι αμάθητοι ή οι νεώτεροι για να δοκιμαστούν.

Όταν αποτραβούσαν τα ξύλα, τα σκοινιά και τις πέτρες ανακατωμένες και πεσμένες άτσαλα με τον ασβέστη, τα εργαλεία σκόρπια και οι σύντροφοι κάτω από τις πέτρες πεσμένοι και άψυχοι έδειχνε η εικόνα το μέγεθος της καταστροφής. Τα μπουλούκια μετανάστευαν και πιθανόν να ’φταναν μέχρι τον Δούναβη, μιας και οι ομόδοξοι και ομόθρησκοι κυριαρχούσαν (όπως ο Σίνας που χρηματοδότησε την γέφυρα των Αλυσίδων στην Βουδαπέστη). Υπάρχουν όμως και φωτογραφίες που δείχνουν μπουλούκια Ελλήνων να δουλεύουν για να φτιάξουν καμάρες σε γεφύρια στην Περσία και στην Αμερική. Άρα περιγράφεται και η μετακίνησή τους για εργασία σε μακρινούς τόπους και κάποιοι έχαναν την ζωή τους εκεί που δεν γύριζαν ποτέ πίσω.

Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι κι ως τρέμουν τα  δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες. Κόρη, το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δώσε, που ’χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.

Όταν γινότανε θανατηφόρο ατύχημα οι πιο νέοι καταριόνταν την τύχη τους και την ανέχεια που τους ανάγκαζε στον ξενητεμό γι’ αυτά που τράβαγαν. Οι κατάρες και η θλίψη δεν κρυβόταν!!! Όμως οι ανάγκες οδηγούσαν ξανά τα μπουλούκια στα ξένα. Και η μόνη επιθυμία των κιοπρουλήδων (κιοπρού = γεφύρι στα τούρκικα) ήταν να σταματήσει το κακό σ’ αυτούς εκεί και να μην ξανασυμβεί σ’ άλλους συντοπίτες.




4.1.- Οι μάστορες της Πέτρας

Η πανάρχαια ικανότητα των ασπούδαστων μαστόρων να λαξεύουν την πέτρα και να δημιουργούν αριστουργήματα πέρασε από τους αρχαίους Έλληνες  και στις νεώτερες γενιές. Χωριά χωρίς καλλιεργήσιμη γη και άγονα χάρις στην εφευρετικότητα των κατοίκων τους ξεπέρασαν  τα στενά όρια του γεωγραφικού χώρου τους και μεγαλούργησαν. Όλη η Ελληνική γλυπτική του 19ου και 20ου αιώνα οφείλεται στα χωριά Πύργος και Ιστέρνια της Τήνου.

Από τον 16ο αιώνα η κτηνοτροφία και η γεωργική καλλιέργεια δεν ήταν προσοδοφόρες για τους ορεσείβιους Πινδιώτες που στρέφονται στην επεξεργασία της πέτρας, την ξυλογλυπτική, την αγιογραφία, την αργυροχρυσοχοΐα. Οργανώνονται οι εργάτες-μάστορες της πέτρας σε μπουλούκια, συνάφια, τσούρμο ή νταϊφάδες και ζουν κοινοβιακά. Την αμοιβή τους την καθορίζει ο πρωτομάστρας ανάλογα με την αξία και το έργο τους.

 Τα χωριά γύρω από το όρος Γράμμος και τον ποταμό Σαραντάπορο (Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη, Χιονάδες, Πύργος, Καστάνιανη, Δροσοπηγή), των Τζουμέρκων (Πράμαντα, Άγναντα, Ραφταναίοι), της επαρχίας Βοΐου (Πεντάλοφος, Βυθός, Αυγερινός), των Γρεβενών (Δίλοφο, Άγιος Κοσμάς), των Λαγκαδίων Αρκαδίας και οι Θρακιώτες Δουλγέρηδες και που δεν έφτασε η χάρη τους! Που δεν άφησαν το στίγμα τους!!!

Οι μάστορες δεν ήταν απλώς χαμάληδες ή τεχνίτες. Ήταν ταυτόχρονα πρακτικοί αρχιτέκτονες, στατικοί μηχανικοί, καλλιτέχνες. Πουθενά το ένα γεφύρι δεν μοιάζει με το άλλο. Στα απότομα σημεία έφτιαχναν μονότοξα και στον κάμπο, όπου υπήρχε χώρος πολύτοξα. Προσάρμοζαν στο τοπίο το σχήμα, τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και χρησιμοποιούσαν πάντα ντόπια υλικά. Και όταν τους καλούσαν εκτός από γεφύρια έφτιαχναν ναούς, κτίρια, καμπαναριά, μάντρες, σκεπές, στράτες, καλντερίμια. Όταν ανάγκη είχε ο νοικοκύρης και ότι επέβαλε η ζήση τους.

Τα μπουλούκια συνήθως αποτελούνταν από συγγενείς τους πρωτομάστορα: αδέλφια, ξαδέλφια, γαμπροί. Αν περίσσευε θέση έπαιρνε και κάποιον άλλον, συνήθως από το ίδιο χωριό και εξασφάλιζαν την εχεμύθεια και την πίστη στην λειτουργία της ομάδας. Και μην φανταστεί κανείς όταν ήταν τίποτα γιγαντόσωμοι. Οι τεχνίτες, οι φίλοι του θεού, όπως τους αποκαλούσαν οι Τούρκοι, ήταν ξερακιανοί, αδύνατοι, ηλιοκαμένοι… σπαθάτοι (Σεφεριάδης Γ. 2009).

Το ωράριο εργασίας ήταν εξαντλητικό και επειδή ήταν μακριά από τις οικογένειές τους και μέσα σε ξένο περιβάλλον τίμιοι στις συναλλαγές τους, φιλήσυχοι, νομοταγείς. Και για να ξεχνιούνται λίγο από την σκληρή δουλειά ήταν ταυτόχρονα φιλοσκώμμονες, φιλοπαίγνομες, εφυολόγοι, που από την έλλειψη οποιασδήποτε μόρφωσης και διασκέδασης έφταναν στην χοντρή σάτυρα. Ασκούσαν τεχνίτες, την τέχνη των τεχνών, την λαϊκή αρχιτεκτονική.

Στην κορυφή επικεφαλής των μπουλουκιών βρισκόταν ο πρωτομάστορας ή κάλφας. Έμπειρος πελεκάνος (τεχνίτης), ο οποίος συγκέντρωνε πάρα πολλές ικανότητες και δεξιότητες. Ευρηματικός, οργανωτικός, γνώστης όλης της διαδικασίας: την επιλογή της πέτρας και του σημείου κατασκευής του γεφυριού έως και τις ικανότητες ενός εκάστου μπουλουκιού. Ήταν ο αρχηγός.

Αυτός που φρόντιζε για τα συμβόλαια, την πληρωμή, τα παζάρια. Ο  ίδιος επέβλεπε στα θεμέλια του γεφυριού, που ήταν το σπουδαιότερο έργο της κατασκευής. Η αστοχία τους μπορούσε να φέρει την καταστροφή και απώλειες στο μπουλούκι. Συνήθως είχε και ένα πρώτο βοηθό, πελεκάνος και αυτός. Μετά ήταν οι κτίστες. Δύο καλοί κλειδοσάδες, δύο νταμαρτζήδες (υπεύθυνοι για τη εξόρυξη της πέτρας και τις εργασίες στο νταμάρι), ένας λασπιστής, που επέβλεπε το ασβεστοκονίαμα και το κουρασάνι (υδατοστεγές υλικό των αρμών). Στο κονίαμα χρησιμοποιούσαν τρίχες από γίδα, άχυρα, τριμμένο κεραμίδι, τσόφλια και ασπράδι αυγών, ασβέστη. Ένας μαραγκός, ένας ξυλογλύπτης, ένας – δυο παραγιοί (μαθητευόμενοι μάστορες) και ένα – δυο τσιράκια ή μαστορόπουλα για τις χαμαλοδουλειές. 




4.2.- Λαογραφικά στοιχεία των μπουλουκιών

Η αναχώρηση των μπουλουκιών συνδέεται με δρώμενα και παρουσιάζει μεγάλο λαογραφικό πλούτο. Συνήθως τα μπουλούκια έπρεπε να ξεκινήσουν την άνοιξη, για να προλάβουν να ασχοληθούν με το νταμάρι και να ‘ναι έτοιμα όταν λιγόστευαν τα νερά το καλοκαίρι για να προλάβουν να’ χουν τελειώσει πριν έρθουν οι βροχές το φθινόπωρο. Ξεκινούσαν μετά την Καθαρά Δευτέρα συνήθως (ποτέ Τρίτη γιατί ήτανε γρουσουζιά) ή το αργότερο του Αγίου Γεωργίου και οριοθετούσαν με την βοήθεια του Αγιολογίου την αναχώρηση και την επιστροφή, όπως μας παραθέτει το δημώδες.

«Οι δυό Αγίοι μάλουναν Αϊγεώργης και Αϊδημήτρης. Γυρνάει ο Αϊδημήτρης κι τουν λέει τον λεγ τον Αϊγεώργη. Αϊγεώργη, Αϊγεώργη, βούργαρι και σκουρπουφαμιλήτη, εγώ μαζούνω φαμπιλιές και εσύ με τις χουρίζεις….».

Ο ίδιος μάστορας επέβλεπε τις προετοιμασίες και φρόντιζε ώστε τα εργαλεία του να ’ναι ανανεωμένα και λειτουργικά. Η νοικοκυρά ετοίμαζε τα ρούχα που θα ’παιρνε μαζί του ο καλός της ή ο γιός της και στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι υπήρχε φασολάδα και ριζόπιτα. Ο παπάς του χωριού πήγαινε και ευλογούσε το τραπέζι και οι γυναίκες ετοίμαζαν την παραδοσιακή πίτα με τυρί και χόρτα για τις πρώτες μέρες του ταξιδιού. Στο κατώφλι της εξώπορτας του νέου που αναχωρούσε, του ’βαζαν ένα νόμισμα που έπρεπε να δρασκελίσει και να περάσει φεύγοντας για να ’ναι ο δρόμος του στρωμένος με χρυσό.

Για τον μάστορα έβαζαν στην πόρτα ένα κλωνάρι κρανιάς μέσα σε γκιούμι και δίπλα το θυμιατό. Μόλις ο μάστορας έφτανε στην πόρτα έπρεπε να χύσει γρήγορα το νερό κλωτσώντας το γκιούμι για να γυρίσει γρήγορα πίσω, όπως κυλούσε το νερό, να ’ναι στα ξένα δυνατός σαν την κρανιά και το θυμιατό για να φύγουν οι δαίμονες από το διάβατα του. Ο τελικός αποχωρισμός θύμιζε αρχαία τραγωδία και οι γυναίκες κρέμαγαν τα μαντήλια τους στο «κλαψόδεντρο» που ήταν συνήθως στην άκρη του χωριού για να γυρίσει πίσω ο αγαπημένος τους. (Πληροφορίες από το λαογραφικό μουσείο του Πεντάλοφου Βοΐου).



4.3.- Η συνθηματική γλώσσα των μαστόρων

Τεράστιου λαογραφικού ενδιαφέροντος όμως είναι και η εφεύρεση της συνθηματικής  γλώσσας: των κουδαρίτικων (κουδαραίος = μάστορας).

Ο Ν. Μουτσόπουλος (1976) εξηγεί με γλαφυρότητα: «Η αδυναμία που αισθάνονται οι μαστόροι απομονωμένοι καθώς γυρίζουν σ’ ένα κόσμο άγνωστο, ξένο, με άλλα συνήθεια, μακριά από τα χωριά τους, τους αναγκάζει να συνενωθούν περισσότερο ανάμεσά τους και να αμυνθούν απέναντι στον εργοδότη τους, που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη, κοινωνικά και οικονομικά ανώτερη. Πρέπει να είναι κάθε στιγμή πανέτοιμοι, απέναντι στον συχνά αλλόγλωσσο ή αλλόθρησκο νοικοκύρη, που κάποτε ζητάει να εκμεταλλευθεί με κάθε μέσο τους εργάτες που δουλεύουν στο σπίτι του. Πρέπει μάλιστα να λάβουμε υπόψη μας ότι κανένα μέσο άμυνας δεν υπάρχει γι’ αυτούς απέναντι στον κακοπληρωτή νοικοκύρη, μια και στα χρόνια της τουρκοκρατίας ούτε δικαστήριο ούτε αστυνομία υπήρχε στα απομακρυσμένα χωριά που γύριζαν».

Οι λέξεις είναι είτε επινοημένες είτε δάνεια από άλλες διαλέκτους ή γλώσσες και είναι σίγουρο ότι μόνο οι μπουλουκτσήδες μπορούσαν να αντιλαμβάνονται το νόημα. Έτσι «κούφιο» ήταν η οικοδομή, «θοδώρα» το τσίπουρο, «μαυρομάτες» οι ελιές, «απαλό» το λάδι κλπ.

«Τα μπουλούκια κοντά στο 1935 είχαν λιγοστέψει. Κανείς δεν ήθελε να μάθει πελέκημα. Μόνο μπετά και καλούπια ξέρουν οι καινούργιοι μάστοροι. Στα χαμένα, δεν είναι τέχνη τα τσιμέντα. Τότε που λες, και με το Μεταξά ύστερα, χάλασαν τα μπουλούκια, χάλασε και η τέχνη κι άρχισε ο καθένας να δουλεύει για πάρτη». (Αφήγηση του μάστορα Τάκη Γκουντή, 1974, περιοδικό Αρμολόι, αναφορά στο healthyliving.gr: Οι μάστορες της πέτρας, η καταγωγή και τα μπουλούκια).

  Η αξία της τέχνης των λαϊκών μαστόρων είναι ανεκτίμητη. Οι παλιοί μάστορες ταξίδεψαν στα Βαλκάνια, την Περσία, την Ινδία, την Αφρική, ακόμα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα δεν υπάρχουν αυτοί οι παλιοί λαϊκοί αρχιτέκτονες. Γι’ αυτό και σε αποκαταστάσεις γεφυριών έχουν γίνει «λάθη» στην χρησιμοποίηση υλικών και τεχνικών ασύμβατων με την παλιά τέχνη. (π.χ. στο γεφύρι του Ζιάκα στα Γρεβενά που χρησιμοποιήθηκαν σχιστόπλακες όχι από ντόπιο υλικό και δεν ήταν πελεκημένες από ανθρώπινο χέρι, αλλά από μηχάνημα).




5.- Επίλογος – Προτάσεις ανάδειξης και δράσεις σε σχέση με τα Πέτρινα Γεφύρια της Ελλάδας

Τα πέτρινα γεφύρια της πατρίδας μας αποτελούν ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα παραδοσιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τελευταία είναι αλήθεια ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την προστασία ή την ανάδειξή τους. Συμπληρωματικά προτείνουμε:

-        Την δημιουργία μη κερδοσκοπικής εταιρίας κατά το αντίστοιχο με το «Διάζωμα» για τα αρχαία θέατρα, ώστε με πολύ μικρή χρηματική συμβολή να δημιουργηθεί ένα ταμείο που θα χρηματοδοτεί την επισκευή ή την αναστύλωση των πέτρινων γεφυριών.

-        Την εντατικότερη προβολή του έργου και των εκδόσεων τους των ΚΠΕ Μακρινίτσας, Κόνιτσας, Ελασσόνας, Πραμάντων στην εκπαιδευτική και όχι μόνο κοινότητα. Τα ΚΠΕ κάνουν εξαιρετική προσπάθεια ευαισθητοποίηση των μαθητών για την λαϊκή παραδοσιακή αρχιτεκτονική.

-        Την ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών (όπου υπάρχουν στην δικαιοδοσία τους πέτρινα γεφύρια) για πραγματοποίηση πολιτιστικών ημερών με αντίστοιχες από την Ελλάδα ή τα Βαλκάνια κατά το πρότυπο των φεστιβάλ των Πρεσπών, του Άγρα ή του Νεστορίου. Ειδικά σε γεφύρια που ο περιβάλλων χώρος προσφέρεται π.χ. γεφύρια Αζίζ Αγά (Γρεβενά), Ξερίλα (Αρκαδία), Άρτας.

-        Την ίδρυση και άλλων μουσείων ή λαογραφικών συλλογών στα μαστοροχώρια της Ελλάδας για την προβολή της τοπικής ιστορίας τους με σύγχρονη αναβίωση των λαογραφικών εθίμων (π.χ. της αναχώρησης ή της επιστροφής του μπουλουκιού).

-        Την διεξαγωγή πεζοπορικών διαδρομών ή ορεινού ανώμαλου δρόμου, που να διέρχονται από γεφύρια σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ανά την Ελλάδα.

-        Την λειτουργία παράλληλων αθλητικών δράσεων σε γεφύρια (π.χ. rafting), όταν οι καιρικές συνθήκες και η ροή των ποταμών το επιτρέπουν (π.χ. στα γεφύρια της Κλιδωνιάς, του Κούκου κ.α.).

-        Την βιωματική καθιέρωση επί τόπου προγραμμάτων και δράσεων μαθητικών ομάδων που αφορούν την τοπική ιστορία ή την λειτουργία των οικοσυστημάτων που περιβάλλουν τα πέτρινα γεφύρια (π.χ. το γεφύρι Πορτίτσες στα Γρεβενά γειτνιάζει με την Βάλια Κάλντα, βιότοπο της καφετιάς αρκούδας).

-        Την «υιοθέτηση» των πέτρινων γεφυριών από Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, φορείς ή Συλλόγους της αντίστοιχης Περιφέρειας για παροχή είτε εξειδικευμένης γνώσης, ή βοήθειας ή εθελοντικής εργασίας (για καθαρισμό, αναστύλωση κλπ.).





Βιβλιογραφία

Βενέτης Ευάγγελος, (Αθήνα 2011): Ηπειρώτες μάστορες «Ο Ελληνισμός στο Σύγχρονο Ιράν» Εκδ. Πορεία 

Σαραντάκης Π. (2002). Αρκαδία: Οι τόποι και οι δρόμοι του νερού

Σεφεριάδης Γ. (2009). «Οι Ηπειρώτες μάστορες της πέτρας». Omogeneia.ana-mpa.gr.

ΚΠΕ Μακρινίτσας (2007). Τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια της Ελλάδας. 

http://www.academy.edu.gr Συνέδριο Ρήγας Φεραίος, Ιωάννης Καποδίστριας, Φραντσίσκο Ντε Μιράντα. Η ελληνική σκέψη στην αυτοθέσμιση των κοινωνιών, τον Διαφωτισμό και την γνώση

http://www.fhw.gr/projects/migration/15-19/gr/v2/vienna.html

http://www.healthliving.gr/2011/09/16% Οι μάστορες της πέτρας

http://www.healthliving.gr/2011/01/12% Οι μάστορες της πέτρας, η καταγωγή τους και τα μπουλούκια 

http://www.istorikathemata.com/2013/11/Greek-merchants-in-Vienna-during-18h-century 

        http://www.sulimet.hu/.../baro_sina_simon.html.    

Vkonsta.blogspot.gr  Θεματικά ημερολόγια. Πέτρινα γεφύρια 2011, 12, 13, 14, 15, 16.

http://www.vlahoi.net/ vlahoi-kai-elinismos/vlahoi-servikesxores.html




http://www.afan.gr/afan/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου