ΟΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ


      Ο καθηγητής του Α. Π.Θ Θεοφάνης Παυλίδης συνέλεξε σχετικές πληροφορίες μέσα από τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων και τις δημοσίευσε στο άρθρο του:

 Τα ομιλούντα δένδρα.


Σύμφωνα με αυτές «ο άνθρωπος που είναι άμουσος χωρίς ισορροπία, αρμονία και εσωτερική καταλλαγή, είναι ο άνθρωπος που δεν ακούει και δεν αφουγκράζεται με τα αυτιά και την ψυχή του, το ξύπνημα της μέρας και τους ήχους του δειλινού, το κελάρυσμα του ρυακιού, την βουή του χειμάρρου, του ποταμού και του καταρράκτη, το γαλήνιο χάδι της ήρεμης, αλλά και το μαστίγωμα της αγριεμένης θάλασσας, το θρόισμα των φύλλων, τη φωνή-βροντή του νεφεληγερέτη κεραύνιου Δία, την ήρεμη, ή μανιασμένη φωνή του ανέμου, το λάλημα - κελάηδισμα των πουλιών, το βουητό των μελισσών, την υλακή των λύκων και των τσακαλιών, το κουδούνισμα και το βέλασμα των κοπαδιών, τη φλογέρα του βοσκού…. Ο άνθρωπος της φύσης στο παρελθόν όχι μόνο αισθανόταν και συνομιλούσε με τα χρώματα και τους ήχους της φύσης, αλλά και ζητούσε από αυτά απαντήσεις, για τη ζωή και το μέλλον του. Οι αρχικές οργανωμένες κοινωνίες, απανταχού της γης, προσπαθούσαν, μέσα από συνομιλία με στοιχεία και φαινόμενα της φύσης, να κατανοήσουν τα τρέχοντα και να καλύψουν την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου πρόβλεψης των μελλούμενων της φύσης. Ο άνθρωπος της φύσης όχι μόνο αισθανόταν και συνομιλούσε με τα χρώματα και τους ήχους της φύσης, αλλά και ζητούσε από αυτά απαντήσεις, για τη ζωή και το μέλλον του».




Όπως έχει δηλώσει ο Ξενοφών «η φύση δεν κρύβει τα μαθήματά της». Οι πρόγονοί μας, και όχι μόνο, άφησαν παρακαταθήκες, περί της διατήρησης – προστασίας των δασών και των δασικών πραγμάτων, που σχετίζονται με τις παρεχόμενες έμμεσες ή άμεσες ωφέλειες των δασικών οικοσυστημάτων, που αφήνουν έκπληκτους τους σύγχρονους επιστήμονες Δασολόγους.


      Ο Πλάτωνας, στον Κριτία, δίνει την ακόλουθη οξυδερκή περιγραφή για την υδρολογική – προστατευτική επίδραση των δασών


«καὶ πολλὴν ἐν τοῖς ὄρεσιν ὕλην εἶχεν͵ ἧς καὶ νῦν ἔτι φανερὰ τεκμήρια·τῶν γὰρ ὀρῶν ἔστιν ἃ νῦν μὲν ἔχει μελίτταις μόναις τροφήν͵ χρόνος δ΄ οὐπάμπολυς ὅτε δένδρων αὐτόθεν εἰς οἰκοδομήσεις τὰς μεγίστας ἐρεψίμων τμηθέντων στεγάσματ΄ ἐστὶν ἔτι σᾶ. πολλὰ δ΄ ἦν ἄλλ΄ ἥμερα ὑψηλὰ δένδρα͵ νομὴν δὲ βοσκήμασιν ἀμήχανον ἔφερεν. καὶ δὴ καὶτὸ κατ΄ ἐνιαυτὸν ὕδωρ ἐκαρποῦτ΄ ἐκ Διός͵ οὐχ ὡς νῦν ἀπολλῦσα ῥέον ἀπὸ ψιλῆς τῆς γῆς εἰς θάλατταν͵ ἀλλὰ πολλὴν ἔχουσα καὶ εἰς αὐτὴν καταδεχομένη͵ τῇ κεραμίδι στεγούσῃ γῇ διαταμιευομένη͵τὸ καταποθὲν ἐκ τῶν ὑψηλῶν ὕδωρ εἰς τὰ κοῖλα ἀφιεῖσα κατὰ πάντας τοὺς τόπους παρείχετο ἄφθονα κρηνῶν καὶ ποταμῶν νάματα..»




που ερμηνεύεται:
«…και στα βουνά υπήρχαν πολλά δάση (ύλην), από τα οποία και τώρα υπάρχουν φανερά σημάδια.... και μάλιστα το κάθε έτος πίπτον χάρη του Δία νερό, το συγκέντρωνε (εννοείται το δάσος), χωρίς να χάνεται, όπως τώρα, ρέον πάνω σε αποψιλωμένο (γυμνό) έδαφος προς τη θάλασσα, αλλά η έχουσα βαθειά εδάφη δασική γη, δεχόμενη τα νερά τα ταμίευε στο εσωτερικό της, έτσι η γη απορροφώντας τα ορεινά νερά τα άφηνε να απορρέουν αργά προς τις κοιλάδες, παρέχοντας άφθονες πηγές και ποτάμια νερά».



Όσον αφορά για τον ρόλο του δάσους στην διάβρωση των εδαφών ο Πλάτωνας περιγράφει παραστατικά την επακόλουθη της αποδάσωσης διάβρωση, παρομοιάζοντας την απογυμνωμένη κατάσταση των έντονα βοσκημένων και υλοτομημένων δασών των βουνών της Αττικής, ωσάν νοσήσαντος σώματος οστά. Παρατηρώντας τα χνάρια των πληγώσεων του σώματος της γης, προβαίνει σε προτάσεις - λύσεις αντιμετώπισης των προβλημάτων της σταδιακής απογύμνωσης της Αττικής γης, ώστε να ισχύει το αξίωμα:

 «…...καὶ τῶν ἐκ Διὸς ὑδάτων͵ ἵνα τὴν χώραν μὴ κακουργῇ͵ μᾶλλον δ΄ ὠφελῇ και τα από το Δία προερχόμενα νερά, όχι μόνο να μην κακουργούν (ζημιώνουν) την χώραν, αλλά μάλλον να την ωφελούν». Πλάτ. Νόμ. 761a



Επισημαίνω ότι όλες οι ακμάζουσες ναυτικές δυνάμεις της αρχαιότητας, όφειλαν την ναυτική τους υπεροχή, στην ύπαρξη επαρκούς και κατάλληλης, για την ναυτιλία ξυλείας (Φοίνικες, Μιλήσιοι, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, κ.λπ.). Η Αθήνα κατέστη κυρίαρχη ναυτική δύναμη της αρχαιότητας, επειδή ήταν αυτάρκης σε κατάλληλη, για την ναυπήγηση πλοίων ξυλεία, προερχόμενη από τα πλούσια τότε δρυοδάση της Πάρνηθας και της Πεντέλης. Στην ξυλεία αυτή στηρίχθηκε το οικοδόμημα της ναυτικής κυριαρχίας των Αθηναίων, έναντι των Σπαρτιατών, των οποίων τα περιμετρικά βουνά Ταΰγετος και Πάρνωνας ήταν κατάφυτα από τα ακατάλληλα, για τη ναυπήγηση πλοίων, έλατα και πεύκα.




Ο Πλάτωνας έκαμε αναφορά στα περιφερόμενα κοπάδια των δασών της Αττικής, τα οποία, μαζί με την υπερκάρπωση (υπερξύλευση) των δασών της Πάρνηθας και της Πεντέλης, για τις ανάγκες διατήρησης της ναυτικής κυριαρχίας των Αθηνών (Περσικοί, Πελοποννησιακοί πόλεμοι), θεωρού-σε ότι αποτελούσαν την αφετηρία της κατάρρευσης της αρχικής δομής των Αττικών δασών (μετατροπή των υγειών σποροφύτων δρυοδασών σε υποβαθμισμένα πρεμνοφυή δρυοδάση και πρινώνες, σε πευκοδάση και ελατοδάση και σε αείφυλλη – πλατύφυλλη θαμνώδη βλάστηση). Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι η υποχρέωση της ιδανικής πολιτείας να παράσχει στους πολίτες της επαρκές πόσιμο νερό, τεχνική, ναυπηγήσιμη και καύσιμη ξυλεία, ήταν η διατήρηση περιαστικών δασών ικανών να καλύψουν τις παραπάνω ανάγκες. Η ύπαρξη επαρκών δασών, σε συνδυασμό με σωστή διαχείριση – κάρπωση (πρόδρομος της έννοιας της αειφορίας) θα έφερνε ευημερία, συνυφασμένη με ηθική ανωτερότητα, ενώ η σπάταλη –καταλήστευσή τους αντίθετα αποτελέσματα. Παράλληλα πίστευε ότι η, μέσω της κάρπωσης των δασών, ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου συνέβαλλαν στην διατήρηση και την ενίσχυση της δημοκρατίας.

Ο Θεόφραστος ο κατεξοχήν βοτανολόγος της αρχαιότητας, επαινούσε τους σοφούς διαχειριστές των δασών, που ασκούσαν συνετή υλοτομία και ως παράδειγμα ανέφερε τους άρχοντες της Κύπρου. Οι επόμενοι άρχοντες της Κύπρου προέβησαν σε ρευστοποίηση του αποθηκευθέντος ξυλώδους κεφαλαίου της ορθής διαχείρισης των προηγούμενων σοφών διαχειριστών, προς ίδιον όφελος, ή για στρατιωτικούς σκοπούς. Ο Δημήτριος ο πολιορκητής προέβη σε εκτεταμένες υλοτομίες, για την ναυπήγηση ισχυρού στόλου, στα πλαίσια διεκδίκησης της, μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, Μακεδονικής ηγεμονίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα δάση της Κύπρου να χάσουν την έκταση και κυρίως τη συγκρότηση και την ποιότητά τους και έκτοτε το πόσιμο νερό να αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα της νήσου.

Ο Θεόφραστος θεωρούσε τα δασικά δένδρα, ως τα σπουδαιότερα των άλλων φυτών, επειδή διαθέτουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τα φυτικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να τα ταξινομεί στην κορυφή της χλωρικής πυραμίδας. Η φυσική εξέλιξη των δασών αποτελούσε κατά τον Θεόφραστο δείγμα ευεξίας και υγείας του φυσικού περιβάλλοντος. Ο Θεόφραστος συνεχίζοντας τις βοτανικές έρευνες – μελέτες του δασκάλου του, του Αριστοτέλη, πέραν της ταξινόμησης - μελέτης πλήθους φυτών διεξήγαγε πειράματα κλιματικής ένταξης-προσαρμογής νεοεισαγόμενων ειδών, πριν εισηγηθεί την διάδοσή τους. Η σημαντικότερη συμβολή του Θεόφραστου στην επιστήμη είναι ότι πίστευε, ότι τα διάφορα είδη φυτών αναπτύσσονται και βιώνουν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες περιβάλλοντος, (έδαφος, θερμοκρασία, υγρασία αέρα και εδάφους), παρουσία άλλων ειδών, με τα οποία τους αρέσει να συζούν. Για τον Θεόφραστο σε κάθε είδος αντιστοιχεί ένας ευνοϊκός τόπος αναπαραγωγής και ανάπτυξης. Τον κατάλληλο αυτό χώρο, όπου ακμάζει και αναπαράγεται κάθε είδος τον ονόμασε ¨οικείο τόπο¨, γεννώντας την επιστήμη της οικολογίας (οίκος + τόπος = οικοτοπίας => οικολογίας).


Κατά τον Θεόφραστο κάθε δένδρο έχει την έμφυτη τάση να βρίσκεται, ή να αποζητά μια συγκεκριμένη κατάλληλη θέση. Η επιστημονική θεώρηση του Θεόφραστου δια-φέρει ριζικά από εκείνες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη επειδή δίνει έμφαση στα, όπως τα ονομάζει, αποτελεσματικά (γενεσιουργικά) αίτια και όχι στα τελικά, θεωρώντας ότι κάθε φυτό και κάθε δένδρο επιτελεί έναν αυτόνομο σκοπό. Με βάση την παρατήρηση αυτή προχώρησε στην απόδοση της έννοιας της περιβαλλοντικής συμβολής του κάθε είδους, έννοια ανεξάρτητη της ανθρώπινης άποψης περί χρησιμότητας. Ο Θεόφραστος συνειδητοποίησε ότι ένα εκ πρώτης άποψης άχρηστο, για τον άνθρωπο είδος, είτε αποτελεί αναγκαίο συστατικό του ευνοϊκού τόπου ανάπτυξης των ειδών ανθρώπινου ενδιαφέροντος (χρήσιμων), είτε συμβάλλει στη δημιουργία ή την ανάπτυξη των συμμετρικών προαπαιτούμενων τόπων – αλυσίδων ανάπτυξής τους, ορίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αλληλουχία και την αλληλοδιαδοχή των κύκλων του περιβάλλοντος.

Ο Θεόφραστος πέραν των άλλων κατέγραψε τις κλιματικές διαφοροποιήσεις, που επιφέρει η παρουσία, ή η καταστροφή των δασών στις κλιματικές συνθήκες (μείωση ακραίων θερμοκρασιών, θραύση των ανέμων, βελτίωση της σχετικής υγρασίας, κ.λπ.). Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι στην Κρήτη, μετά από ευρεία υλοτομία δασών οι ανεξέλεγκτοι άνεμοι διέβρωναν τους οργωμένους αγρούς καθιστώντας τα χωράφια άγονα. Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις πρότεινε ότι, ανάλογα με το μέγεθος μιας πόλης, πρέπει να υπάρχει αντιστοίχου μεγέθους περιμετρικό δάσος, ικανό να δημιουργήσει κατάλληλες ευνοϊκές συνθήκες, για τους πολίτες της πόλης. Πολλοί εδαφοκτήμονες, με μια μελετημένη απειθαρχία, και βασιζόμενοι στους οικείους τόπους του Θεόφραστου δημιουργούσαν, εντός, ή περιμετρικά των πόλεων και όχι μόνο, τεχνητά άλση – πάρκα άγριας χλωρίδας και πανίδας, ακόμη και με εισαγωγή εισαγόμενων εγκλιματισθέντων ειδών.

Τα μη ιδιόκτητα δάση, ως περιοχές μεγάλης οικονομικής, περιβαλλοντικής στρατιωτικής και θρησκευτικής σημασίας, αποτελούσαν όπως και σήμερα, κρατική ιδιοκτησία. Η πολιτεία, στα πλαίσια επάρκειας του νερού, επέβλεπε την ορθή διαχείριση – προστασία των δασών, ελέγχοντας τους τρόπους και τους δρόμους κάρπωσης και εμπορίας των δασικών αγαθών, προσπαθώντας να διατηρεί το αναγκαίο δασικό απόθεμα, που της επέτρεπε να παράσχει ευημερία στους πολίτες της και να διατηρεί - βελτιώνει την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ. Η πολιτεία επενέβαινε στην διαδικασία κάρπωσης των ιδιωτικών δασών, ρυθμίζοντας τις σχέσεις τρόπου, χρόνου και μορφής κάρπωσης.

Ο Πλάτωνας, στα πλαίσια αντιμετώπισης των πυρκαγιών, που αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή των δασών της Αττικής συνιστούσε τη θέσπιση λήψης προληπτικών ενεργειών).




Η ευθύνη συμμόρφωσης, των εδαφοκτημόνων και των πολιτών, ανατίθεντο, σε υψηλούς αξιωματούχους, οι οποίοι ασκούσαν τον έλεγχο μέσω εντεταλμένων αγορανόμων των καλούμενων υλωρών (η λέξη προέρχεται από τη δωρική λέξη ύλαν = ύλη, που σημαίνει ξύλο και δάσος, από την οποίαν προέρχεται η λέξη υλοτόμος και υλωρική. Οι Υλωροί, που ήταν κάτι ανάλογο, αλλά πολύ ανώτερο των σημερινών δασοφυλάκων, αποτελούσαν τους φύλακες – φρουρούς των δασών. Η κύρια κατεύθυνση των ελληνικών πόλεων - κρατών, των δορυφόρων τους , αλλά και των υπό ελληνική καθοδήγηση -ηγεμονία κρατών, ήταν σαφώς προστατευτική, όπως αναφέ-ρουν σχετικές πηγές. Για παράδειγμα η ξηρή και χωρίς δάση άνυδρη, πλην της παρόχθιας ζώνης του Νείλου, αρχαία Αίγυπτος ήταν απόλυτα εξαρτημένη από την ξυλεία του Λιβάνου, με τον οποίον είχαν πάντοτε ομαλές σχέσεις. Ο έλληνας Πτολεμαίος ο αποκαλούμενος Ευεργέτης και οι συνεχιστές του σχεδίασαν και εφάρμοσαν ένα μεγαλόπνοο πρόγραμμα εξασφάλισης, της αναγκαίας, για την αίγλη και την ισχύ της Αιγύπτου, ξυλείας (οικοδομικής ναυπήγησης πλοίων, όπλων, εργαλείων, κ.λπ.).


Τη σημαντικότερη προστασία των δασών, στην αρχαία Ελλάδα, παρείχε η θρησκευτική προσέγγιση των αρχαίων Ελλήνων, που πίστευαν στην παρουσία-ύπαρξη πνευμάτων προστατών των δασών, όπως δρυάδες, νύμφες, και λοιπά πλάσματα της φαντασίας και κυρίως των θεών του κυνηγιού και των δασών, του τραγοπόδαρου Πάνα και της θεάς Αρτέμιδος. Η λατρευτική θρησκευτική θεώρηση των αρχαίων Ελλήνων ήταν αυτή που δημιούργησε τα ιερά δάση, δη-λαδή δάση λατρείας και θυσιών. Στα ιερά δάση, που είναι κάτι σαν τους σημερινούς εθνικούς δρυμούς, λειτουργούσαν ιεροί ναοί, μαντεία, τεμένη και βωμοί θυσιών, εμπλουτισμέ-να με αγάλματα και αναθεματικές στήλες. Τα ιερά δάση αποτελούσαν χώρους όπου κάθε είδος (φυτό, ή ζώο), διαβίωνε σε καθορισμένο και απόλυτα προστατευμένο φυσικό περιβάλλον αντίστοιχο με τα σημερινά παρθένα δάση. Οι απόλυτα προστατευμένοι αυτοί ιεροί χώροι οριοθετούνταν από τεμένη αρκετών Km2. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα ιερά δάση της Δάφνης στην ελληνιστική Συρία, της Κρίσας, κοντά στους Δελφούς, της Λέρνης, κ.λπ., όπου απαγορευόταν κάθε κάρπωση και το κυνήγι.



Η προστασία των ιερών δασών ανατίθεντο σε θρησκευτικούς δικαστές, όπως οι ετήσιοι άρχοντες των Αθηνών. Οι ιερείς των αλσών, αλλά και ο κάθε πολίτης όφειλε να καταγγείλει την όποια παρανομία υπέπιπτε στην αντίληψή τους, ο δε βεβηλωτής ετιμωρείτο ανάλογα του βαθμού της βεβήλωσης, αν και ο Πλάτωνας θεωρούσε τις υφιστάμενες ποινές πολύ μικρές. Στο σημείο αυτό επισημαίνω την αυστηρή τιμωρία του Αγαμέμνονα, που βεβήλωσε το ιερό άλσος της θεάς Αρτέμιδος σκοτώνοντας το ιερό της ελάφι, με ποινή τη θυσία της κόρης του της Ιφιγένειας. Η πάταξη – τιμωρία του ενόχου Αγαμέμνονα, ανεξάρτητα του ότι ήταν ο ισχυρότερος Αχαιός και αρχηγός της Τρωικής εκστρατείας, υπό τις διαταγές του οποίου υπηρετούσε ακόμη και ο θεογέννητος Αχιλλέας, αποτελεί παράδειγμα του απόλυτου σεβασμού προς τη μητέρα φύση και το φυσικό περιβάλλον.


 Όπως ήταν φυσικό οι περιοχές αυτές συνιστούσαν σημαντικά παρθένα αποθέματα της φύσης, αποθέματα που σήμερα δυστυχώς τείνουν να εξαφανισθούν. Λόγω της προστασίας αυτής συχνά πολλά δένδρα αποκτούσαν τεράστιες διαστάσεις, όπως η περιμέτρου 10 m δρυς της Κόρνης, η 25m περίμετρος του κουφαριού δρυός της Λυκίας, τα πανύψηλα πάνω από 45m κυπαρίσσια της Ψωφίδας Πελοποννήσου. Συχνά επιτρεπόταν η κοπή τέτοιων δένδρων, στα πλαίσια λατρευτικών εκδηλώσεων, όπως η κοπή του τεράστιου κυπαρισσιού του ιερού του Απόλλωνα στην Κάρπαθο, που στάλθηκε στην Αθήνα, για να αποτελέσει τμήμα των δοκαριών και των εμπολίων σύνδεσης των τμημάτων των κιόνων του Παρθενώνα. Οι Αθηναίοι προς ένδειξη ευγνωμοσύνης απέστειλαν προς τους Καρπάθιους ευχαριστήρια αναθεματική στήλη.

Η επιστημονική διαχείριση των δασών στην αρχαία Ελλάδα ανατίθετο σε Δασολόγους της εποχής. Η μυθολογία αναφέρει τον πρώτο – δασολόγο διαχειριστή των δασών τον Αρισταίο, ως επιστάτη των δασών, το όνομα του οποίου παραπέμπει σε άριστη διαχείριση. Πρώτοι δασολόγοι θεωρούνται οι δενδροφόροι  που αναλάμβαναν να επιλέξουν και να κόψουν το εκάστοτε άριστο ιερό δένδρο, για τη γιορτή των Παναθηναίων. Οι Δενδροφόροι είχαν ως αποστολή να προετοιμάζουν τα επόμενα ιερά δένδρα, με κατάλληλους χειρισμούς, κλαδεύσεις και βελτιωτικές αραιώσεις των εγγύτερων ανταγωνιστών τους και με φύτευση νέων δένδρων, σε αντικατάσταση των κοπέντων, ή των απωλεσθέντων. Στην Ολυμπία το περιμετρικό ιερό δάσος το διαχειρίζονταν ο επίσημος ξυλοκόπος, ο οποίος ανήκε στο ιερατείο του ιερού του Δία. Καθήκον του ξυλοκόπου ήταν η προμήθεια, στους θυσιάζοντες, επαρκή, για τη θυσία, καύσιμη ξυλεία, προερχόμενη από διαχείριση του ιερού δάσους.

Με την κυριαρχία του χριστιανισμού η κατάσταση έγινε αλληλοσυγκρουόμενη. Όπου η νέα θρησκεία θεωρούσε κάποιο δάσος, ως εκφραστή της παλαιάς θρησκείας, το κατέστρεφε ως ειδωλολατρικό. Με διάταγμα του Θεοδοσίου του Β΄ κόπηκαν σχεδόν όλα τα ιερά δάση και άλση και διασώθηκαν μόνο όσα είχαν ιδιοποιηθεί, με συμβιβάσιμες προς τη νέα θρησκεία λειτουργίες, καθώς και τα μη ιερά δάση. Σε αντίθεση με τον διωγμό, των ειδωλολατρικών ιερών δασών, η χριστιανική θρησκεία, με τη διατήρηση-προστασία των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών δασών, αποτέλεσε τον πυλώνα προστασίας τους. Ειδικότερα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατέφυγε στον ορεινό δασικό χώρο, η διαχείριση των εκκλησιαστικών δασών, ήταν αυτή που επέτρεψε τη διατήρησή τους. Τα παραπάνω με την παρατήρηση ότι δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι από τα καλύτερα σωζόμενα ελληνικά δάση είναι τα μοναστηριακά δάση του Αγίου όρους της Χαλκιδικής της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Ιστορικά η πορεία των δασών, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη και συνεχή μακροχρόνια παρουσία, όπως η ελληνική χερσόνησος, με τις έντονα μεταβαλλόμενες χωρικά και χρονικά, κλιματικές συνθήκες, που επηρεάζονται έντονα από την καταλυτική παρουσία της θάλασσας (σημειώνω ότι καμιά περιοχή της Ελλάδας δεν απέχει πάνω από 160Km από τη θάλασσα), το έντονο, εγγύς της θάλασσας, πολυσχιδές δαντελωτό ανάγλυφο και τις υψοκορφές των ελληνίδων οροσειρών (Πίνδος, ή ελληνικές Άλπεις), δεν παρουσίασε, μέχρι τον 15ο αιώνα, ισχυρές διακυμάνσεις, παρά τις κατά τις πολεμικές περιόδους γενόμενες αποδασώσεις. Η γενική κατάσταση των ελληνικών δασών, με εξαίρεση την Κρήτη, την Κύπρο και τα νησιά του κεντρικού Αιγαίου, χαρακτηρίζεται από σημαντική σταθερότητα.

Η έλευση της Τουρκοκρατίας και ο εξαναγκασμός των κατοίκων να αναζητήσουν τον αέρα της ελευθερίας στον ορεινό χώρο, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της πίεσης στα δάση, ειδικότερα από την ραγδαία αυξανόμενη, αλλά αναγκαία, για την επιβίωση του πληθυσμού, κτηνοτροφία.


Την περίοδο της τουρκοκρατίας καταγράφεται μεγάλη μείωση του δασικού κεφαλαίου με αποτέλεσμα τα δάση από το 55-60% να υποχωρήσουν στο 32-35%. Τα εναπομείναντα δάση ήταν κυρίως κωνοφόρα δάση των πολύ ορεινών δυσπρόσιτων περιοχών, καθώς και των μοναστηριακών.  Κατά την μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας (1821) περίοδο, μέχρι την απελευθέρωση των Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης το 1912, και την εγκατάσταση των εκατομμυρίων προσφύγων της Ποντιακής Γενοκτονίας και της Μικρασιατικής Καταστροφής 1922 -1928, λόγω των ειδικών αυτών συνθηκών, τα δάση υποβαθμίσθηκαν ραγδαία φθάνοντας μόλις το 18-20%. Η οργάνωση της Δασικής Υπηρεσίας στις αρχές του 20ου αιώνα αποτέλεσε την αφετηρία μιας μεγάλης προσπάθειας ανασυγκρότησης των δασών, κάτω από τις δύσκολες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης των δασών, στηρίχθηκε στην αρχή της αειφορίας με πολύ μεγάλη επιτυχία. Η μεγάλη αυτή προσπάθεια δυστυχώς τορπιλίσθηκε και τορπιλίζεται, από την ελληνική πολιτεία, με διοικητικές – πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές παρεμβάσεις, που αποτελούσαν τροχοπέδη στην ανασυγκρότηση των δασών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου