ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ


      Στα πολύ παλιά χρόνια κάποιοι άξιοι και αντρειωμένοι ναυτικοί από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου ταξίδευαν σε νότιες χώρες την άνοιξη για να εμπορευτούν σπάνια προϊόντα.


      Ανάμεσά τους ήταν και ο Τανάκα ένας νέος, όμορφος και ριψοκίνδυνος καραβοκύρης. Ανακάλυψε ότι  μέσα σ’ ένα ποτάμι, το Θου Μπον υπήρχε ένα  μικρό ψαροχώρι με προϊόντα που άξιζαν πολύ στις αγορές της πατρίδας του.

      Εκεί γνώρισε και την πιο όμορφη κοπέλα του χωριού – το Άνθος του Λωτού. Όχι μόνο ήταν σεμνή, πανέμορφη, αλλά και προικισμένη με όλα τα χαρίσματα της ψυχής. Φυσικό ήταν να αγαπηθούν οι δυο νέοι κεραυνοβόλα, αλλά δυστυχώς ο Τανάκα δεν μπορούσε να εγκαταλείψει αμέσως τα ταξίδια του και να εγκατασταθεί στο φτωχικό ψαροχώρι….

      Ήρθε η εποχή να αποχωριστεί  την αγαπημένη του και να ταξιδέψει πίσω στην πατρίδα του, υποσχόμενος ότι μόλις επέστρεφε θα την παντρευόταν, θα’ χτιζε το πιο όμορφο σπίτι και θα ζούσαν για όλη τη ζωή μαζί.

Έφυγε έτσι στο τέλος του καλοκαιριού και το Άνθος του Λωτού  θα τον περίμενε ως την επόμενη άνοιξη. Οι μέρες και οι μήνες πέρναγαν και κάθε μέρα η πανέμορφη κοπέλα έβγαινε με τη βάρκα της μέχρι την ένωση του ποταμού με τον Ωκεανό και αγνάντευε τον ορίζοντα μήπως και φανεί…..



      Έπνιγε το βουβό της κλάμα, γιατί ένιωθε ότι κάτι άσχημο συνέβαινε στον Τανάκα. Ο Ωκεανός πήρε τον καλό της…

      Πέρασαν αρκετοί χειμώνες και καλοκαίρια και το Άνθος του Λωτού το πήρε απόφαση…. Δεν θα ξανάβλεπε τον αγαπημένο της. Τα παλικάρια του χωριού της σεβόμενα τον πόνο της δεν γύριζαν ποτέ  το βλέμμα τους πάνω της. Και αυτή συνέχιζε αμίλητη, αγέλαστη να αγναντεύει, μήπως και φανεί….

      Μια μέρα ενώ βρισκόταν μέσα στην βάρκα της κάνοντας κουπί στην εκβολή του ποταμού στον απέραντο Ωκεανό, σιγοτραγουδούσε ένα θλιμμένο τραγούδι για τον καλό της και την πήρε το βράδυ. Ξαφνικά άκουσε μέσα στην ησυχία της νύχτας μια γλυκιά φωνή και γύρισε προς τα εκεί. Τρόμαξε όμως, γιατί είδε ένα θαλάσσιο δράκο που περιβαλλόταν από ένα αχνό κίτρινο φως. Ο δράκος γλυκά σχεδόν πατρικά της είπε:
      
      «Γλυκό μου Άνθος του Λωτού μπορεί να’ μαι τρομακτικός στην όψη, αλλά η ψυχή μου είναι ευαίσθητη. Βλέπεις αυτό το λαμπερό αστέρι στον Ουρανό; Είναι ο Τανάκα και κάποια στιγμή θα γίνεις και συ ένα όμοιο δίπλα του  Ο  καλός σου έφυγε με το όνομά σου στα χείλη του. Ότι έγινε δεν γυρίζει πίσω. Ο πόνος σου αβάστακτος. Μα για να συνεχίζεις να  τον δοξάζεις, αφιερώσου σε κάτι που θα λατρέψεις. Μοίρασε στους γύρω σου αγάπη. Και κάθε φορά που θα νιώθεις την ανάγκη να πεις το παράπονό σου θα ’ρχεσαι εδώ να μου το λες.. Πήγαινε και ο χρόνος θα γιάνει την ψυχή σου».

      Το Άνθος του Λωτού έφυγε ανακουφισμένο από τα γλυκά λόγια του δράκου και πήγε στο σπίτι της. Έφτιαξε μόνη της ένα ξύλινο καραβάκι, έβαζε μέσα σ’ αυτό τις προσφορές της και παρακαλούσε τον Ωκεανό να μην πάρει άλλους ναυτικούς. Αρκούσε ότι χάθηκε  ο αγαπημένος της….





      Πρόσεχε τα φτωχά και τα ορφανά παιδιά του χωριού της και όλοι σταμάτησαν να την λυπούνται για τη μοίρα της και την λάτρευαν. Σιγά – σιγά γύρισε το χαμόγελο στα χείλη της.

      Και αυτή κάθε φορά που έβγαινε με τη βάρκα της συναντούσε όλο και διαφορετικές χαρούμενες θαλάσσιες υπάρξεις που με τη σειρά τους, και τι δεν της έδειχναν.



      Άλλη να ψαρεύει μ’ ένα καινούργιο τρόπο με μικρό δίχτυ για να πιάνει μόνο λίγα ψάρια, όσα χρειαζότανε, μα και αυτά που έπιανε το Άνθος του Λωτού τα μοίραζε.




      Άλλο θαλάσσιο πλάσμα της είπε το μυστικό να βγάζει ίνες από τα νούφαρα  του ποταμού και να υφαίνει τα ομορφότερα και  τα πιο ανάλαφρα υφάσματα, άλλο πλάσμα πάλι της έδειξε να πλέκει τόσο όμορφα καλάθια, άλλο να σκαλίζει καρύδες, άλλο να ζωγραφίζει και ότι  μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους της έδειξαν…





      Και αυτή με τη σειρά της μάθαινε τα παιδιά να φτιάχνουν τα ίδια και ακόμα πιο όμορφα, και αυτά μετά ευτυχισμένα την κύκλωναν όπως οι μέλισσες της βασίλισσά τους. Από τότε έβλεπες μόνο χαρούμενα πρόσωπα.



      Και όταν το φεγγάρι ολόγεμο καθρεφτιζόταν στο Θου Μουν, άφηνε ένα φαναράκι στο σχήμα του λωτού στα νερά του, κάνοντας μια ευχή κάθε φορά διαφορετική και για διαφορετικό άνθρωπο. Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι…. Σύντομα η φήμη του χωριού μεγάλωσε και πολλοί έμποροι και ναυτικοί απ’ όλο τον κόσμο ερχόντουσαν να αγοράσουν τα μοναδικά  προϊόντα του χωριού.



      Κάποια στιγμή το Άνθος του Λωτού ταξίδεψε στον Ουρανό. Οι συγχωριανοί της προς τιμή της έχτισαν ένα ναό, τον Ναό της Αγάπης, που προστατεύει τους ερωτευμένους και τους ναυτικούς. Ακόμα και σήμερα οι νέες πηγαίνουν και προσεύχονται  με κατάνυξη εκεί για να μακροημερεύσει η αγάπη τους.




      Ο περιηγητής του χρόνου και του τόπου ευτύχησε να ταξιδέψει στο παλιό ψαροχώρι που σήμερα είναι μια πανέμορφη πόλη, με σπίτια  σε σχέδια κάθε λογής, και με τον Ναό της Αγάπης.




      Στην είσοδό του Ναού  μάλιστα βλέπεις το θαλάσσιο δράκο, μαζί με τα θαλάσσια πλάσματα – τους φίλους του Ανθού του Λωτού –και το καραβάκι των ευχών.





     Στο λιμάνι της πόλης, ο ταξιδευτής μας περπάτησε στη σκεπαστή γέφυρα που έφτιαξαν οι κάτοικοί της προς τιμή του αγαπημένου ζευγαριού, την ονόμασαν μάλιστα και Γιαπωνέζικη γέφυρα, και είδε δίπλα της τα πολύχρωμα μαγαζιά με τις πραμάτειες τους.





      Άφησε και το φαναράκι των ευχών στο ποτάμι που του έδωσαν οι ευγενικοί κάτοικοι του χωριού, όπως πρέπει να κάνουν όλοι οι ταξιδευτές, κάνοντας σιωπηλά την ευχή του, για να’ χουν όλοι οι θαλασσινοί του μόχθου και του μεροκάματου καλές και γαλήνιες θάλασσες….



Μα σας παρακαλεί κιόλας, αν πάτε ποτέ εκεί, αφήστε και σεις ένα φαναράκι στο ποτάμι με την ευχή που επιθυμείτε. Το Άνθος του Λωτού που’ ναι στον Ουρανό θα μεσολαβήσει να γίνει πραγματικότητα…


3 σχόλια:

  1. πόσο τρυφερό! Να είσαι καλά, Βασίλη, και να γράφεις ιστοριούλες για όλα τα μέρη που ταξίδεψες. Ταξιδεύουμε κι εμείς μαζί!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ποιο είναι το όνομα του ταξιδευτή μας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τι ωραία ιστορία και τι ρομαντική αφήγηση Βασίλη μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή