Γιορτή αποφοίτων του Ζαννείου


Μια χαρούμενη μυσταγωγία. Μια σιωπηλή προσευχή….





      Ένας ψηλός μεσήλικας βρίσκεται μπροστά από μια μεταλλική μεγάλη πόρτα μετά από τόσα χρόνια. Κοντοστέκεται σαν να τον εμποδίζει κάτι να την διαβεί γρήγορα. Είναι οι αναμνήσεις από το παρελθόν που του’ ρχονται συνέχεια και επιτακτικά. Έξι ολόκληρα χρόνια την αντίκριζε αυτή την πόρτα. Μερικές φορές με άγχος και με φόβο γιατί είχε αργήσει. Σύμβολο μιας άλλης εποχής… Δειλά – δειλά προχώρησε προς το εσωτερικό της. Αρκετοί άντρες πιο νεότεροι απ’ αυτόν μα και γυναίκες, έδιναν πληροφορίες σε κάποιους άλλους που κάθονταν σε τραπεζάκια και αυτοί τις σημείωναν σε κάποια έγχρωμα τετράδια σαν να ’ταν μαθητές.


      Ή μήπως ήταν;


-    Παλιός απόφοιτος. Του ’76 ..Είπε δειλά και χαμηλόφωνα.

-   Του ’76; Αποκρίνεται μια κοπέλα με χαμόγελο.

-   Είστε ο παλαιότερος!!!

      Ναι, δεν μπορεί να το πιστέψει!!! Σχεδόν στην σύνταξη και το παιδικό του όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Να γυρίσει στο σχολείο του με την οποιαδήποτε ιδιότητα!!! Πόσο μάλλον του δάσκαλου… Τώρα έστω σαν επισκέπτης διάβηκε την πόρτα....


Η φωνή

Ντριν, ντριν,

      ...ακούστηκε δυνατά ένα γνώριμο κουδούνι. Το ξεχασμένο κουδούνι του Γυμνασίου !!  Πετάχτηκε από το κρεβάτι αλαφιασμένος και κοίταξε το ρολόι. Έξι η ώρα. Σαν να’ χει πολύ φως για τόσο πρωί. Το τραμ που περνάει από την πλατεία του Κερατσινίου για τον Πειραιά περνάει έξι και σαράντα πέντε. Έχει ώρα. Αλλά για στάσου… Τι δουλειά έχει στον Πειραιά!!! Αφού μένει στην Πεντέλη…  Και το τραμ έχει χρόνια που σταμάτησε να λειτουργεί. Και δεν είναι έξι το πρωί, αλλά έξι το απόγευμα. Κάποιο λάθος θα έγινε.

-   Όχι δεν έγινε λάθος. Έχεις συνάντηση, ακούστηκε μια φωνή.


     Γύρισε και έψαξε με το βλέμμα του από πού ακούστηκε η φωνή, αλλά δεν είδε τίποτα.

-   Αυτά παθαίνεις όταν καλοκοιμάσαι διαβάζοντας τις τελευταίες αράδες ενός διηγήματος. Του: "Ζάννειο. Αναμνήσεις από το σχολείο που αγάπησα," σκέφτηκε.

-   Δεν έκανες λάθος. Σήμερα έχουν συνάντηση οι απόφοιτοι του Ζαννείου. Πρέπει να πας, συνέχισε η φωνή επιτακτικά.

      Μα σαν να’ ταν η φωνή πολλών μαζί.

-   Και γιατί να πάω; Πέρασαν τόσα χρόνια, σχεδόν γέρασα, αποκρίθηκα.

-   Ντροπή σου. Τόσα πράγματα σου’ δωσε το σχολείο για να ζεις με αξιοπρέπεια και αρχές. Και συ ούτε καν μια συνάντηση λίγων ωρών δεν θυσιάζεις… Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής σου πέρασες κοντά μου. Σου χάλασα ποτέ χατίρι; Όταν μου ’φερες την μαθήτριά σου την Νατ. την Σιγ. για να την βοηθήσω στην τρίτη λυκείου που σήμερα διαπρέπει παγκοσμίως, κοτζάμ καθηγήτρια Πανεπιστημίου στις νευροεπιστήμες, σου αρνήθηκα; Σήκω και πήγαινε…

-   Εντάξει θα πάω. Αλλά εκεί δεν θα ξέρω κανένα. Μήπως είμαι και ο παππούς τους…

-   Δεν έχει σημασία. Πήγαινε…

-   Είναι μια μυσταγωγία. Μια χαρούμενη μυσταγωγία. Μην αργείς. Δεν θα προλάβεις.

-   Εντάξει ξέρω τα κατατόπια. Και αν αργήσω θα πηδήξω τα κάγκελα πίσω από την Αγία Βαρβάρα.!!!

-   Όχι αυτά τα’ κανες πιτσιρικάς για να μην φας την πρωινή απουσία. Τότε ήσουν άλτης. Σήμερα με μυοκαρδιοπάθεια, το πολύ-πολύ θα σκίσεις κανένα παντελόνι. Θα μπεις από την πόρτα κύριος…

-   Καλά θα πάω για να σου κάνω το χατίρι.

-   Έχω λόγους που στο λέω. Σαν μεγαλύτερος πρέπει να επικοινωνήσεις σ’ όλους ότι αυτοί οι τόρνοι και τα μηχανήματα στο ισόγειο δεν πρέπει να πουληθούν σαν σκραπ, όπως κάποιοι σκέφτονται. Τόσοι και τόσοι έζησαν και πρόκοψαν εξ αιτίας τους. Να πείσεις τον σύλλογο αποφοίτων να ενεργήσει ώστε να μετατραπούν τα παλιά εργαστήρια σε μουσείο εκπαιδευτικής τεχνικής ιστορίας, και να πηγαίνετε εσείς οι απόφοιτοι να ξεναγείτε τους καινούργιους μαθητές λέγοντας παράλληλα τα βιώματά σας και την εξέλιξη σας. Τόσοι απόφοιτοι είστε. ..Δεν θα βρεθούν λίγοι εθελοντές;


-   Καλά τα λες, αλλά θα εισακουστώ;

-   Δεν έχει σημασία. Το χρέος σου θα κάνεις. Και μια και θα πας θέλω να κάνεις μια προσευχή στην Αγία Βαρβάρα.

-   Άλλο πάλι και τούτο. Τι μου ζητάς. Να πάω ν’ ανοίξω την πόρτα της με το ζόρι!!! Ρεζίλι να γίνω!!! Ο παλαιότερος και ο πιο απροσάρμοστος…

-   Όχι βρε ανώριμε. Τι σου μάθαινα στα χρόνια που σ’ είχα κοντά μου. Στάσου ένα λεπτό σιωπηλός απ’ έξω από την εκκλησία και κάνε μια προσευχή για τους σημερινούς μαθητές του σχολείου που θα αποφοιτήσουν σε λίγο. Να’ ναι πάντα γεροί και χαρούμενοι. Όσο για την επιτυχία τους σε σχολές δεν είναι το κυρίαρχο στην ζωή τους. Εσύ κακόπαθες; Όχι, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι κάποιοι άλλοι τότε προσευχήθηκαν για σένα. Αντιδάνειο είναι. Τι σου ζητάω; Μια σιωπηλή προσευχή.

      Χαμογέλασα και θυμήθηκα την Αγία Βαρβάρα. Προστάτιδα του Πυροβολικού. Πηγαίναμε εκκλησία  στην χάρη της και μετά σκάγανε τα κανόνια με τους βαθμούς. Κατά την διάρκεια της λειτουργίας για να αντέξουμε την φωνή του βαρκάρη (συγνώμη της Λουκίας που έψελνε, άραγε ζει;) προσευχόμασταν νοερά να’ ναι οι βαθμοί τέτοιοι που θα ικανοποιούν τους γονείς μας, γιατί αλλιώς ποιος τους άκουγε…

-   Αφού είσαι τόσο πειστικός με μένα δεν πας να πείσεις και τους σημερινούς ατίθασους μαθητές, που όταν έγινα διευθυντής μου αλλάξανε με καταλήψεις τον αδόξαστο…

-   Ναι δίκιο έχεις. Όλοι και όλα είναι δημιουργήματα της εποχής τους.  Δεν είναι το ίδιο, μα τα παιδιά είναι πάντα παιδιά. Κάνατε και σεις σκανταλιές. Εσείς όμως είχατε όραμα. Αυτά που να ελπίζουν; Και στο κάτω-κάτω της γραφής εσείς είχατε και δασκάλους που οι περισσότεροι σας λάτρευαν…

--   Σωστό και αυτό.

-   Και μιας και είπαμε για τους δασκάλους σας, παρακάλεσε τον σύλλογο των αποφοίτων του χρόνου να καλέσει και να τιμήσει με ένα αναμνηστικό όσους ζουν. Και εσύ ξέρεις μερικούς: Βαρβατσούλη, Ανδρέου, Κατσιαρδή, θα βρεθούν και άλλοι που να ξέρουν και άλλους..

-   Εντάξει αλλά εγώ τον Μπούτζακ και τον Δαβ. δεν τους ψάχνω, δεν καλοπέρασα μ’ αυτούς…

-   Με απογοητεύεις… Όλοι και όλα είναι μέρος της Ιστορίας του Ζαννείου. Τα γεγονότα δεν τα επιλέγουμε . Απλώς συμβαίνουν…




      Χαρούμενη μυσταγωγία

         Κλείνοντας στα ενδόμυχα του τις αναμνήσεις του ο μεσήλικας προχώρησε προς την σκάλα για να βγει στην αυλή. Λίγους, ελάχιστους γνώριζε. Κυρίως τους λίγο μικρότερους από αυτόν που συνάντησε μέσω του διαδικτύου στην έξοδο προς τιμήν της μεγάλης Κυρίας. Της Βαρβατσούλη.

    Φίλησε τον Θανάση που ήδη ήξερε από αυτή την έξοδο και μετά περιτριγύρισε στην αυλή. Το σκάμμα που πρωτοπήδηξε στο μήκος ήταν τώρα καλυμμένο και λειτουργούσε εκεί ο μπουφές με τα κεράσματα. Στο προαύλιο ήταν πολλοί, πάρα πολλοί μεσήλικες. Μα φαινόντουσαν ευτυχισμένοι. Όλοι σε ομάδες. Των παλιών συμμαθητών της ίδιας χρονιάς…




   Και κοπέλες, κυρίες, γελαστές και χαρούμενες. Από τις χρονιές που το σχολείο έγινε μεικτό. Είδες το αλάτι της ζωής!!! Ενώ εμείς οποιοδήποτε θηλυκό κυκλοφορούσε στο σχολείο, θεά το κάναμε. Η δυνατότητα επιλογής…




     Μέσα στην αγωνία του να βρει έναν μεγαλύτερο απ’ αυτόν πλησίασε ένα κύριο με μουσάκι - που δεν μπορεί θα ’ταν μεγαλύτερός του- δίσταζε ..μα τελικά τον ρώτησε.

    -   Εσείς ποια χρονιά αποφοιτήσατε;


   -   Δεν αποφοίτησα… ήμουν διευθυντής του σχολείου, μα για να μη με ξέρεις ήμουν μετά από τότε που τελείωσες εσύ…

   Τζίφος και εδώ… Το’ χω ξαναπεί.

      Πρέπει να γίνει κοινωνιολογική έρευνα. Τι είναι αυτό που με τόση χαρά μετά από δεκαετίες ένα πλήθος μεσήλικων κατορθώνει να συγκεντρωθεί και να επισκεφθεί το σχολείο του; Τι είναι αυτό που λειτούργησε ώστε ο Θανάσης με τους συμμαθητές του αμέσως μόλις συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο πήγαν στην αίθουσα που πρωτοσυναντήθηκαν ερχόμενοι από το δημοτικό και έβγαλαν φωτογραφία;




      Εγώ ντράπηκα στ’ αλήθεια. Δεν θυμάμαι σε ποια αίθουσα ήμουν με  τους συμμαθητές μου στην πρώτη γυμνασίου. Αλλά θυμάμαι εκείνη που έγραφα εισαγωγικές για το Γυμνάσιο. Στον όροφο που ήταν τα γραφεία των καθηγητών. Στην γωνιακή δεξιά αίθουσα. Βλέπετε το αλτσχάιμερ… Θυμάσαι τα πιο παλιά και ξεχνάς τα πιο καινούργια…

Και του χρόνου.

      Πολύ φιλόξενοι και δραστήριοι οι άνθρωποι του συλλόγου των αποφοίτων. Πάντα τέτοια. Ένιωσε άβολα και παράξενα γιατί ήταν ο μόνος από την χρονιά του, ενώ οι απόφοιτοι της ίδιας χρονιάς που είχαν συνευρεθεί μεταξύ τους ανέβαιναν πάνω στα σκαλάκια όλοι μαζί και έβγαζαν αναμνηστικές φωτογραφίες. Ταυτόχρονα στην οθόνη προβάλλονταν χαρούμενα στιγμιότυπα απ’ την σχολική ζωή τους. Πειραιώτες γαρ…

      Ενθουσιώδεις, κοινωνικοί, ανθρώπινοι, μπεσαλήδες, αλτρουιστές, γλεντζέδες. Πόσο του’ χουν λείψει…




      Ήρθε η ώρα να αποχωρήσει. Θα’ βλεπε τις φωτογραφίες που θα αναρτούσαν οι νεώτεροι. Αυτός σαν γηραιότερος θα’ γραφε κάτι για τις στιγμές.




      Βγαίνοντας έξω από την βαριά πόρτα του σχολείου με μεγάλη συγκίνηση άκουσε τη φωνή που τον είχε προστάξει να πάει στην εκδήλωση.


-   Μπράβο σου τα κατάφερες. Και για να σ’ ανταμείψω σου λέω ότι ένας αγαπημένος σου καθηγητής με τον οποίο έχεις φωτογραφίες ο Μελ. ο Ανδ. ζει στη Νίκαια. Να και το τηλέφωνό του. Βρες τον θα χαρεί.

-   Θα το κάνω, αλλά ποιος είσαι εσύ που ακόμα και τώρα με ψέλνεις από απόσταση και όλο οδηγίες μου δίνεις; Ποια ψυχή εκφράζεις;

-   Δεν με γνώρισες αγόρι μου!!! Αυτή η ψυχή που μια ζωή σε προστατεύει και σε καθοδηγεί.


Η ψυχή του Ζαννείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου