Παρασκευή, 2 Απριλίου 2021

Με λένε Ζήνα. Ο Πειραιάς μέσα στις φλόγες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η μαρτυρική «Δρέσδη» της Ελλάδας.

 


Στην προβλήτα


Ξημερώνει.

Μόλις το φως του ήλιου ανέτειλε ένα πρωινό του Δεκέμβρη του 1939. Το αγιάζι όσο να’ ναι κάνει το κρύο πιο διαπεραστικό. Ένας βλοσυρός αχθοφόρος παρατηρεί το καράβι που έφτασε.


Μα είναι όλο γυναίκες. Και τι γυναίκες!!! Διαφορετικές.. Νέες, καλοντυμένες με λυπηρό βλέμμα, μα συνάμα και αποφασιστικό. Έχουν όμως μαζί τους και πολλά μωρά. Κατεβάζουν βαλίτσες, μπαούλα, μπόγους. Δεν μπορεί όλο και κάποια θα χρειαστεί τις υπηρεσίες του. Κοίταξε προς τα Βούρλα. Εκεί που ο καθημερινός πόθος των αντρών του λιμανιού έβρισκε ανακούφιση. Όχι αυτές δεν μοιάζουν με αυτές που ήξερε και είχε δοκιμάσει. Το βλέμμα του έπεσε σε ένα κοριτσάκι. Κρατούσε σφιχτά στο χέρι του ένα καλάθι, κάτι σαν κούνια που είχε μέσα του ένα μωρό. Από τα χρώματα του παπλώματος που σκέπαζε το μωρό κατάλαβε ότι ήταν κοριτσάκι. Το κοριτσάκι που το φύλαγε ήτανε δεν ήτανε επτά χρόνων, παρατηρούσε αποσβολωμένο το περιβάλλον στα Καρβουνιάρικα.

 

Πειραιάς. Εργάτες κάρβουνου (φωτογραφία διαδικτύου)


Έτσι λεγόταν το σημείο που έπιανε σκάλα το καράβι με την περίεργη γραφή στην πλώρη. Το είχε ξανασυναντήσει. Ήταν ρώσικο!!! Αλλά που στο διάολο ερχότανε.. Ο Πειραιάς υπόφερε από την φτώχεια και από την μιζέρια. Πού να ξέρει αυτός γιατί. Τι τον ένοιαζε.. Μόνο το μεροκάματο να έβγαινε καλό και τίποτα άλλο. Είχε όμως την περιέργεια και το ρώτησε.



Η Ζήνα  στο μέσον με την αδελφή της Σόνια και την ξαδέλφη της Φανίκα στην Ρωσία


       -      "Πώς σε λένε κοριτσάκι;",

αν και ήξερε ότι δεν θα έπαιρνε απάντηση.

-     "Меня зовут Зина". (Με λένε Ζήνα), αποκρίθηκε κοφτά αυτό.

-      "Και γιατί δεν μιλάς στη γλώσσα μου; Τι ήρθες να κάνεις εδώ;",

 συνέχισε απογοητευμένος ο αχθοφόρος.

-      "Я грек, но я не говорю по-гречески. Мой родной язык русский, но моя сестра также может быть понята по-немецки". (Είμαι Ελληνίδα αλλά δεν μιλάω Ελληνικά. Η μητρική μου γλώσσα είναι τα ρωσικά, αλλά η αδελφή μου μπορεί να συνεννοηθεί  και στα Γερμανικά), είπε η μικρή ατάραχα.


Α στο διάολο που ξέρει και Γερμανικά η μικρή. Με δουλεύει, σκέφτηκε λίγο μοχθηρά η αλήθεια ο μάγκας.

-       "Και το μωρό τίνος είναι;"

ρώτησε περίεργα.

-      "Это наша Лиалюка. Моя младшая сестра". (Είναι η Λιαλιούκα μας. Η μικρή μου αδελφή),

απάντησε η μικρή και ταυτόχρονα έκανε μία κίνηση για να σκεπάσει το μωρό.

-          -      "Εντάξει αλλά πού είναι η μαμά σου, μήπως θέλει βοήθεια για τα πράγματα",

είπε κοφτά ο αχθοφόρος. Αμέσως άκουσε μία φωνή σε ακαταλαβίστικη γλώσσα που απευθυνόταν στη μικρή.

-          -      "Зиницкая, мы здесь. Мы закончили. Что делает Лиалюка; (Ζίνιτσκα εδώ είμαστε. Τελειώσαμε. Η Λιαλιούκα τι κάνει; Ξύπνησε;).


Ο αχθοφόρος γύρισε και είδε μία πολύ όμορφη γυναίκα, κυρία, αρχόντισσα, καλοντυμένη. Όχι ότι άλλες που ξεμπαρκάρανε δεν ήτανε.... Στο χέρι της κρατούσε ένα κοριτσάκι όμορφο γύρω στα δέκα χρονών.

-          -       "Μήπως θέλετε βοήθεια; Δεν θα σας πάρω πολλά",

απευθύνθηκε στην κυρία που προφανώς ταξίδεψε μαζί με τα τρία κοριτσάκια που πρέπει να ήταν παιδιά της. Τι τους ανάγκασε να έρθουν μέσα στο χειμώνα στον Πειραιά από τα μέρη τους!!! Φτώχεια παντού και αυτοί δεν ήταν συνηθισμένοι για τέτοια πράγματα...

 


Οι σκέψεις.


Η μικρή Ζήνα γύρισε το βλέμμα της προς την εκκλησία που οι καμπάνες της χτυπούσαν. Μία πολύ όμορφη εκκλησία σαν κι αυτή που έβλεπε στην πόλη της πριν ξεκινήσει το ταξίδι της για την Ελλάδα. Στο Κισλαβόσκι. Αλλά και στην άλλη πόλη της Ρωσίας που φύγανε, την Οδησσό είχε δει και εκεί μία πολύ όμορφη εκκλησία. Ασυναίσθητα σαν να έκανε την προσευχή της ζήτησε την βοήθεια του Αγίου στον οποίο ήταν αφιερωμένη η εκκλησία. Του Αγίου Νικολάου.


Ο Άγιος Νικόλαος


Άρχισε το μυαλό της να προσπαθεί να βάλει τις σκέψεις της σε μία σειρά. Γεννήθηκε σε ένα τεράστιο σπίτι σε μία πόλη που την λέγανε Γκρόζνι. Ο πατέρας  της ήτανε πολύ πλούσιος αλλά τον θυμάται αμυδρά μόνο. Τον πήρανε κάποια μέρα και δεν τον ξαναείδε. Το σπίτι τους είχε έντεκα κρεβατοκάμαρες τόσο ψηλές που γύριζε το κεφάλι της κατακόρυφα προς τα πάνω για να δει το ταβάνι τους. Υπήρχε και μία καταπακτή που οδηγούσε στην σοφίτα. Αυτό το θυμάται καλά. Μια μέρα είχε ανέβει πάνω και βρήκε μία στοίβα από βιβλία. Πάντα της άρεσαν τα βιβλία και ας μην ήξερε να διαβάζει. Απορροφήθηκε τόσο πολύ που δεν άκουσε τον παππού της που την φώναζε. Και όταν την βρήκε στην κρυψώνα της την μάλωσε. Στην είσοδο του σπιτιού τους ήταν γραμμένη μία επιγραφή: "Αυτό το σπίτι είναι του Ιβάν Ιβάνοβιτς Κεσίσοφ"

 

Το σπίτι μας στο Γκρόζνυ το 2019


Στα μπαλκόνια του σπιτιού ήταν χαραγμένα κάτι σύμβολα σαν λουλούδια. Δεν πήγε καθόλου σχολείο στην Ρωσία. Θυμάται όμως την Σόνια, την μεγάλη της αδελφή να πηγαίνει. Μετά πήγανε σε άλλη πόλη, όπου έμενε η γιαγιά της Ευγενία, η μητέρα της μαμάς της. Εκεί περνούσε όμορφα. Η γιαγιά της είχε αγελάδες. Ο παππούς της είχε πεθάνει νωρίς, αλλά ο αδελφός της μαμάς της, ο Φίλιππος είχε νοικιάσει ένα όμορφο σπίτι για να μείνουν. 

Το Κισλαβόσκι ήταν πολύ ωραία πόλη.

 

Κισλαβόσκι


Είχε ένα τεράστιο δρόμο μόνο για περπάτημα και άκουγες μουσικούς να παίζουν μία μουσική όχι αυτοσχέδια, αλλά αυτή που άκουγες σε μεγάλες αίθουσες. Και όταν περπατούσανε στο κέντρο με την μαμά της έβλεπε όλο αγάλματα. Σε αυτή την πόλη έμεναν πολλοί συγγενείς της και από την μεριά του μπαμπά της και από την μεριά της μαμάς της. Μα ξαφνικά η μαμά της έβαλε κάποια πράγματα σε ένα μπαούλο και ταξίδεψαν με τρένο και έφτασαν σε μία άλλη πόλη. Πρώτη φορά έβλεπε στην ζωή της θάλασσα και βαπόρια. Δεν είχε ξαναδεί βαπόρια στα βουνά που ζούσε ως τότε ούτε και θάλασσα. 


Στο καράβι που μπήκανε ήταν όλο γυναίκες και παιδιά, αλλά  συνεννοούνταν μεταξύ τους μία χαρά στα ρωσικά. Και οι γυναίκες μιλούσαν και μία άλλη άγνωστη γλώσσα για αυτήν. Ήταν τα ποντιακά!!! 


Εκεί γνώρισε και μια οικογένεια που ήταν από την Σεβαστούπολη. Είχαν ένα κοριτσάκι λίγο πιο μεγάλο από αυτήν, την Σουσάνα, με γαλανά μάτια. Παίζανε μαζί στο ταξίδι και έγινε η φίλη της, η αδελφή της για όλη της την ζωή. Δεν μαλώσανε, ούτε παρεξηγήθηκαν ποτέ η μία με την άλλη. Της έδωσε και μία κάρτα από την πόλη της.

 

Η Σεβαστούπολη της Κριμαίας


 

Και ενώ σκεφτόταν την προηγούμενη ζωή της άκουσε ένα ψαρά να φωνάζει:

-       - -     "Γαρίδες, γαρίδες με την οκά", (γαρή-γαρήδες στα ποντιακά είναι η γυναίκα-γυναίκες), και μία όμορφη συνταξιδιώτισσα αναστέναξε.

-          -      "Μώσε αδά που έρθαμε τα γαρήδας πουλούνατ' ετς με την οκά".

(Αλλοίμονο εδώ που ήρθαμε τις γυναίκες τις πουλάνε με την οκά).


 

Η  πρώτη εγκατάσταση. Στο πορνείο.

Χατζηκυριάκειο. Άγιος Νικόλαος.

 

Χτυπούσε μία καμπάνα. Ήταν από αυτή την ωραία εκκλησία. Τον Άγιο Νικόλαο. Μείναμε σε ένα σπίτι. Λέγανε ότι ήταν ξενοδοχείο. Μα τι ξενοδοχείο!!! Όλη την μέρα πηγαινορχόντουσαν διάφοροι... Και εμείς κοιτάζαμε τις κοπέλες που φορούσαν λίγα ρούχα. Και ντρεπόμασταν!!! Πρώτη φορά το βλέπαμε αυτό. Φορούσαν ψηλοτάκουνα, βαφόντουσαν και εμείς που είχαμε μαζί μας το μπαούλο με τα πράγματα μας, παίζαμε στον ίδιο χώρο. Τι να κάναμε!!! Παιδιά ήμασταν. Βλέπαμε και κάτι ναύτες να μπαίνουνε μέσα στο σπίτι. Πρέπει να ήταν Έλληνες γιατί συνεννοούνταν καλά με τις κοπέλες. Όλα όμως είχανε μία τάξη. Εκεί μείναμε μία εβδομάδα.


Μετά το κράτος μας νοίκιασε σπίτι πίσω από τον Άγιο Νικόλαο. Θυμάμαι την οδό. Παπαφλέσσα (Φλέσσα) 26. Για τρεις μήνες. Είχε μία μεγάλη αυλή στο κέντρο και γύρω-γύρω ήτανε δωμάτια. Ένα για κάθε οικογένεια με ένα κοινόχρηστο τουρκικό καμπινέ. Νερό δεν είχαμε στο σπίτι αλλά πέρναγε νερουλάς από τον Πόρο και για την τουαλέτα και το σφουγγάρισμα κουβαλάγαμε νερό από την θάλασσα. Αποχέτευση δεν είχε και τα βρωμόνερα τα πετάγαμε στο χωματόδρομο.

 

Θυμάμαι ότι εκεί μένανε η Μαρούσα με τα τρία της παιδιά, η Χριστίνα με τα πέντε παιδιά της, που είχε μαζί της και την θεία Μαρία την Τσαγουλέτσα (επειδή ήταν από το χωριό Τσαγούλ του Πόντου). Η θεία Μαρία είχε μόνο ένα γιο. Τον Γιαγκούλη, που είχε έρθει μαζί της από τη Ρωσία. Δεν ήτανε μεγάλη, γύρω στα πενήντα-πενηνταπέντε χρονών το πολύ. Ο μεγάλος της γιος "χάθηκε" στη Ρωσία. Δίπλα από αυτό το σπίτι ήταν μία βιοτεχνία που έφτιαχνε κάλτσες (μπαρολέ, ανδρικές και παιδικές). Η μαμά μου μετά από ένα-δύο μήνες έπιασε δουλειά. Πολλοί που είχαν έρθει μαζί μας από τη Ρωσία πήγανε στο Χαϊδάρι, στην Δροσιά, όπου τους έδωσαν χωράφια και κάποιοι στην Δραπετσώνα, όπου τους έδωσαν παράγκες για να μείνουν. Η μαμά μου τότε δεν ήθελε να απομακρυνθεί πολύ από τον Πειραιά, γιατί φοβόταν ότι εκεί που θα τους πηγαίνανε δεν θα έβρισκε δουλειά. Ούτε ήθελε να μείνει στις παράγκες της Δραπετσώνας. Δεν ήταν συνηθισμένη σε αυτές τις συνθήκες. Δεν μπορούσε να υπολογίσει τι θα συνέβαινε στο μέλλον….


Εμείς βγαίναμε να παίξουμε έξω αλλά τα αλητάκια του λιμανιού που τους έκανε εντύπωση τα ρούχα που φορούσαμε, μας επιτίθονταν. Μας σήκωναν τα φορέματα και κάνανε χάζι που φορούσαμε κάτω από τα φουστανάκια μας τις κιλότες, που ήτανε μακριές με μπατζάκι σαν των γριών με κορδονάκια και φιόγκους. Αυτά ήτανε με βρώμικα ή σχισμένα ρούχα και ξυπόλυτα. Ενώ εμείς... Τα παλτά μας ήτανε με επένδυση καπιτονέ, είχαμε σκουφιά, γάντια με ένα δάχτυλο, ζαρτιέρες που έπιαναν το μπούστο από ψηλά και κάλτσες χοντρές, που στην Ρωσία τις φορούσαμε για το πολικό κρύο που έκανε το χειμώνα. Τα μποτάκια μας ήτανε με επένδυση γούνας. Οπότε καταλαβαίνετε πως φαινόμασταν στα χαμίνια του λιμανιού…


Η Σόνια μας είχε ένα πανέμορφο βυσσινί καπέλο, εγώ φορούσα ένα μπλε χρώματος και η Λιαλιούκα μας, πού ήταν η πιο μικρή μας ένα  θαλασσί. Όταν η μαμά μου ήταν συμπτωματικά παρούσα δεν υπολόγιζε τίποτα. Ανασκουμπωνόταν και τα περιλάβαινε στο ξύλο. Ειδικά όταν ενοχλούσαν και  την πιο φρόνιμη από όλους μας, την Σόνια. Η μαμά κατέβαινε στο λιμάνι και μάζευε  φλούδες από κορμούς δέντρων που άφηναν οι μαούνες, τις έφερνε στο σπίτι και τις καίγαμε για να ζεσταθούμε. Τις έφερνε με την βέτρα που είχαμε φέρει από την Ρωσία. Η βέτρα ήταν ένα κυλινδρικό δοχείο διαμέτρου περίπου πενήντα πόντων και αντίστοιχα σε  ύψος, επικασσιτερωμένο.


Έπρεπε όμως να πάμε και στο σχολείο. Σχολείο κοντά μας είχε στην Χατζηκυριακού στο αριστερό μας χέρι.

 

Το σχολείο στην Χατζηκυριακού τότε (φωτ: διαδικτύου)

Το σχολείο στην Χατζηκυριακού τώρα.


Εγώ ήμουνα μαζί με την Σόνια στην πρώτη τάξη. Ξεκινούσα για πρώτη φορά το σχολείο, μα η Σόνια ήδη είχε βγάλει την τρίτη τάξη στο Κισλαβόσκι. Δεν ξέραμε γλώσσα και όλα τα παιδιά, που είχαν έρθει από την Ρωσία ξεκινούσαν από την πρώτη δημοτικού. Αμέσως η μαμά μου μας αγόρασε μαύρες πλάκες, κιμωλίες για να γράφουμε, αλλά και ξύλινες κασετίνες που είχαν επάνω ζωγραφιές με πολύχρωμα χρώματα. Μέσα στις κασετίνες ήτανε τα μολύβια και  οι μπογιές.


Η Σόνια μας που ήταν τόσο ευγενική, αμέσως της έκλεψαν την κασετίνα και τα μολύβια. Δεν ήταν του χαρακτήρα της να αντιδρά... Μια-δυο συνεχίστηκε αυτό το πράγμα, και κάποια στιγμή η μαμά μου κατάλαβε ποιοί το κάνουν. Επειδή δεν ήξερε σε ποια γλώσσα να τους μιλήσει, και αυτά αντιδρούσαν άσχημα τα έδειρε, και μετά από αυτή την στιγμή σταμάτησαν να μας κλέβουν και να μας ενοχλούν. Η Σόνια είχε βγάλει ήδη την τρίτη δημοτικού στο Κισλαβόσκι και όλοι οι βαθμοί της ήτανε ατλίτσνα (άριστα). Ήτανε πολύ των γραμμάτων και η αδυναμία της μάνας μου γιατί έμοιαζε πάρα πολύ του πατέρα μας... Στην γλώσσα και στα υπόλοιπα μαθήματα δεν μπορούσε να απαντήσει. Στα μαθηματικά όμως ότι της βάζανε τα έλυνε. 


Την βάλανε στην δευτέρα τάξη το ίδιο, πέρασε και την τρίτη τάξη και την βάλανε πολύ γρήγορα εκεί που θα ήταν αν βρισκόταν και στην Ρωσία. Στην τετάρτη δημοτικού. Ο δάσκαλος είπε στην μαμά μου ότι είναι άριστη μαθήτρια, αλλά αδικείται που δεν ξέρει την γλώσσα. Η μαμά μου το κατάλαβε αυτό, έψαξε και βρήκε ένα Ρώσο που σπούδαζε να γίνει παπάς και τον πλήρωνε για να της μάθει τα ελληνικά. Η Σόνια μας, η αλήθεια είναι ότι  τις γλώσσες έπαιρνε πάρα πολύ εύκολα. 


Όταν έφυγε για Αμερική, πάνω στο καράβι γνώρισε κάποιους  Ιταλούς και έμαθε να μιλάει απταίστως ιταλικά, μέχρι να φτάσει στην Νέα Υόρκη. Όλοι αναρωτιόντουσαν πόσο καλά μιλούσε και έγραφε τα ρωσικά, ενώ είχε τελειώσει εκεί μόνο την τρίτη δημοτικού. Πολύ γρήγορα η Σόνια έγινε η καλύτερη μαθήτρια της τάξης της.

 


Η μαμά μου πιάνει δουλειά.


Είχε βρει σχεδόν αμέσως δουλειά στο εστιατόριο του Γεωργαντόπουλου που ήτανε Μικρασιάτης πρόσφυγας από το 1922. Άγια τα κόκκαλα του!!! Καταλάβαινε από προσφυγιά και πόσο μάλλον όταν έβλεπε μία νέα κοπέλα με τρία μωρά να προσπαθεί να επιβιώσει. Το εστιατόριο του ήταν εκεί που κάποτε ήταν ο ΟΤΕ στο λιμάνι, κοντά στο ρολόι. Η θάλασσα τότε ήτανε πίσω, εκεί που σήμερα είναι η νησίδα της λεωφόρου. Μετά έγιναν οι προσχώσεις και μετατοπίστηκε η θάλασσα.

 

Η θέση του εστιατορίου (φωτ: διαδικτύου)

 

Στην αρχή  η μαμά μου  έπλενε πετσέτες, έκανε την λάντζα και μαγείρευε ότι της έλεγαν και ότι καταλάβαινε, μιας και δεν ήξερε Ελληνικά παρά μόνο Ποντιακά και Ρώσικα. Ο Γεωργαντόπουλος αμέσως όμως κατάλαβε το ταλέντο της και της ανέθεσε να μαγειρεύει. Η μάνα μου, η πεθερά μου και όλες οι Πόντιες που είχαν έρθει από την  Ρωσία ήταν εξαιρετικές μαγείρισσες. Οι παραστάσεις βλέπεις... Με μία ντομάτα η μαμά μου μπορούσε να στρώσει τραπέζι!!! Ήταν πολύ άξια και αποφασισμένη να επιβιώσουμε. Ήταν μία πανάξια γυναίκα πού έβρισκε πάντα λύσεις... Νοικοκυρά από τις λίγες. Είχε μέσα σε ένα φάκελο όλα τα πιστοποιητικά μας από την Ρωσία…

 

Τα πιστοποιητικά  γέννησης της Σόνιας και της Λιαλιούκας.


 

Στον νερουλά εξασφάλιζε το νερό που χρειαζόμασταν δίνοντας του μία μερίδα φαγητού, από το μαγειρείο που δούλευε. Το ίδιο στον μανάβη και αυτός μας έδινε λαχανικά και φρούτα. Πάστωνε ψάρια και τα πουλούσε στην αγορά. Έτσι επιβιώναμε. Στην αγορά ήτανε μαζί με την θεία την Μαρία από το Βλαντικαφκάς, που κούτσαινε λίγο. Νομίζω ότι είχε έρθει με το ίδιο καράβι με μας, και όσες φορές εγώ βοηθούσα την μαμά μου στην αγορά, έπαιζα με την κόρη της, την Βέρα. Ήμασταν πολύ φίλες. Τον γιο της Βέρας τον είχε βαφτίσει ο ξάδερφος μου ο Ιορδάνης. Ο γιος της Δημήτρης, αργότερα έγινε μεγάλος και τρανός. Ότι πρόβλημα παρουσιαζότανε και το διαπίστωνε, έβρισκε αμέσως τη λύση. Θυμάμαι για πάντα τη φράση της:

-      "Η δουλειά δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο".

 


Το όνειρο και ευλογία του Αγίου Νικολάου


Η Σόνια μία μέρα είδε στον ύπνο της τον Άγιο Νικόλαο πριν ξημερώσει. Η μαμά μου είχε φύγει για τη δουλειά. Της είπε επισταμένα:

-            "Πάρε Σόνιτσκα τα παιδιά και φύγε".

 

Της το είπε τρεις φορές επιτακτικά και επειδή έδειχνε η Σόνια να μην αντιδρά, την τελευταία φορά της το είπε αυστηρά και με  απλωμένο το χέρι του της έδειξε την εικόνα του Πειραιά κατεστραμμένο.

-            " Κοίτα πώς θα γίνει ο Πειραιάς."

 

Ο βομβαρδισμός του Πειραιά (φωτ: διαδικτύου)



Στην εικόνα που της έδειξε ο Άγιος Νικόλαος η Σόνια είδε και το σπίτι που μέναμε να είναι βομβαρδισμένο και να καίγεται στις φλόγες!!! Τότε η Σόνια ξύπνησε, μας έντυσε, πήρε εμένα από το χέρι και την Λιαλούκα αγκαλιά επειδή ήταν μικρή και ξεκινήσαμε. Στα μισά του δρόμου προς τον Άγιο Διονύση, συναντήσαμε την αδελφή του πατέρα μου την θεία Αννίτσα, που είχε δει από μακριά ποιά περιοχή βομβαρδίστηκε και έτρεξε να δει τι έγιναν τα παιδιά του αδερφού της. Μας πήγε στο σπίτι της που ήτανε κοντά στην εκκλησία της Ανάληψης στην κατηφόρα προς τα Ταμπάκικα.


Οι παράγκες των προσφύγων στην Δραπετσώνα (φωτ: διαδικτύου)

 

Μία βόμβα είχε πέσει στην βιοτεχνία που έφτιαχνε τις κάλτσες και το σπίτι που μέναμε κάηκε και γκρεμίστηκε.

 

Η μαμά μου εκείνη τη στιγμή έλειπε στην δουλειά. Μόλις είδε τι έγινε έτρεξε στο σπίτι να μας βρει και όταν είδε ότι όλο ήτανε καμένο, όλο έκλαιγε. Είχε πάθει σοκ και αλαλία, νομίζοντας ότι έχασε και τα τρία της παιδιά. Τον άντρα της τον είχε χάσει, τώρα ήρθε και η απώλεια των τριών  παιδιών της, πως να το αντέξει!!! Οι αστυνόμοι, οι πυροσβέστες και οι απλοί πολίτες βοηθούσαν να σβήσουν την φωτιά στη γειτονιά μας και να διασώσουν όσους επέζησαν.


Αναζήτηση στα ερείπια (φωτ: διαδικτύου)


Ο επικεφαλής είπε στην μαμά μου να δει τι είχε διασωθεί από το σπίτι της και θα μπορούσε να το πάρει μαζί της. Μέσα στην οδύνη της διέκρινε την ταμπακέρα  που είχε χαρίσει ο πεθερός της στον άντρα της, με τα αρχικά του ΙΠ (Ιωάννης Παπαδόπουλος), μαζί με κάτι παλιά ρούβλια, σαν την  μόνη ανάμνηση της Σταχτοπούτας του Γκρόζνυ…

 

Η ταμπακέρα του παππού μου.


 

Χαρτονομίσματα άλλης εποχής…..


Και οι πρώτοι έσονται έσχατοι…. Τότε η μαμά μου είχε φέρει από την Ρωσία μέλι, βούτυρο, χαβιάρι, γούνα αστραχάν, ραδιόφωνο, τα οποία είχε πουλήσει με σκοπό να αγοράσει με αυτά τα χρήματα ένα σπίτι. Τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει και τα είχε κρύψει στο σπίτι είχαν καεί!!! Από το σοκ της πήρε αγκαλιά ένα τσουλάκι (χαλάκι), που είχε βάλει στην πόρτα του δωματίου μας για να σκουπίζουμε τα παπούτσια μας όταν μπαίναμε, το κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της και έκλαιγε.... Κάποια στιγμή τα βήματα της την οδήγησαν στην Δραπετσώνα, στο σπίτι της κουνιάδας της, της Αννίτσας παραμένοντας άλαλη για τρεις μήνες. Όταν είδε ότι ζουν τα παιδιά της έβαλε τα κλάματα από χαρά και σιγά-σιγά επανήλθε η φωνή της. Αλλά η Λιαλούκα που ήτανε λιγότερο από τριών χρονών μωρό πώς δεν  τρόμαξε στο δρόμο μέσα στον χαμό του βομβαρδισμού, και περπάτησε ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής!!!

 


Στην Κρεββατά.


Μετά τον βομβαρδισμό του σπιτιού της οδού Παπαφλέσσα και πριν πάμε στο σπίτι της Κόνωνος, μιλάμε για πολύ λίγο, μείναμε στην οδό Κρεββατά στο Χατζηκυριάκειο.


Η οδός Κρεββατά σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτα την εποχή της Κατοχής


Αρχικά η σπιτονοικοκυρά δεν ήθελε να το νοικιάσει σε μία γυναίκα που είχε τρία μικρά παιδιά. Η ηρωίδα η μάνα μου όμως την παρακάλεσε να μας δεχτεί δοκιμαστικά με την διαβεβαίωση ότι ήμασταν αγγελούδια χωρίς φωνές και αταξίες. Και αυτή όταν μας έζησε ένιωσε τόσο άσχημα για την αρχική της άρνηση και μας προστάτευε πάντα. Μάλιστα θυμάμαι μία φορά που μας μαγείρεψε κρέας με κυδώνια. Το να φας κρέας στην Κατοχή ήταν.... Δεν μείναμε όμως πολύ και σε αυτό το σπίτι παρά ελάχιστο χρόνο.

 

Σχόλιο αρθρογράφου:

Βομβαρδισμός από τους Ιταλούς του Πειραιά. Καταστροφή μεγάλου μέρους της "Υδραϊκής Συνοικίας".

Ο Πειραιάς οφείλει στους Υδραίους και στους Χιώτες  το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας του και της ύπαρξής του. Άνθρωποι ναυτικοί, αναζήτησαν την τύχη τους στον Πειραιά για να βρίσκονται κοντά στη θάλασσα και να επιδοθούν στα ναυτικά επαγγέλματα. Οι Υδραίοι κατέφταναν στον Πειραιά περισσότεροι από οποιονδήποτε άλλο έποικο, δημιουργώντας την δική τους συνοικία. Την γνωστή ακόμα ως "Υδραϊκή Συνοικία". Σύμβολο της συνοικίας τους είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

 

Η πλατεία της Πηγάδας


Το δημοτικό σχολείο στην Πηγάδα

Τα ερείπια του σπιτιού που μέναμε μετά τον βομβαρδισμό. Φλέσσα 26

 

Το  ηλιόλουστο μεσημέρι στις  5 Νοεμβρίου του 1940, που είχε μοναδική διαύγεια, οι Ιταλοί πιλότοι βομβάρδισαν την πλατεία Πηγάδας, νομίζοντας ότι η λαϊκή αγορά της Πηγάδας, που υπήρχε την ημέρα εκείνη και το πλήθος κόσμου που είχε συγκεντρωθεί για να ψωνίσει, σαν κινήσεις στρατεύματος και απόπειρα επιβίβασης οργανωμένων στρατιωτικών τμημάτων στα πλοία που ανέμεναν στο λιμάνι του Πειραιά. Έτσι μεγάλο μέρος των σπιτιών της περιοχής που διέμενε τότε η αφηγήτρια ισοπεδώθηκαν. Ανάμεσα σε αυτά και το σπίτι που έμενε στην Φλέσσα 26, το οποίο από τότε δεν ξαναχτίστηκε, διότι εν τω μεταξύ βρέθηκαν αρχαία. Όμως στην γύρω περιοχή διεσώθησαν μερικά παλιά αρχοντικά, για τα οποία πρέπει να ληφθεί μέριμνα να μην καταρρεύσουν και αυτά).

 






Ότι διασώθηκε τότε στις οδούς Μπότσαρη, Σαλαμινομάχων και Σαχτούρη….


 

Στο καινούργιο μας σπίτι στην Κόνωνος.

Στο παλιό πορνείο...


Μετά τον βομβαρδισμό η μαμά μου έψαχνε ένα σπίτι κοντά στο λιμάνι που δούλευε και το ενοίκιο του να "αντέχεται". Βρήκε τελικά σπίτι στην Κόνωνος στον αριθμό δώδεκα και ήταν ιδιοκτησίας του Κουφολούκα. Το καινούργιο μας σπίτι έμοιαζε σαν να 'ταν κολοκύθα… Στην πρόσοψη του είχε έναν διάδρομο που ήταν πέντε μέτρα πλάτος και άλλα πέντε μέτρα που τα κάλυπτε το μαγαζί του Κουμουσίδη. Το βάθος του διαδρόμου ήταν δέκα μέτρα και στο μέσο του διαδρόμου είχε μία σκάλα που ανέβαινε στο σπίτι του ο Κουφολούκας.


Τα ερείπια  των σπιτιών της οδού Κόνωνος μετά τον βομβαρδισμό

 

Κάτω από την σκάλα ήταν μία αποθήκη που έκρυβαν τα κλεμμένα οι γιοί της Πορφύρας και οι άλλοι σαλταδόροι από τους Γερμανούς. Στην συνέχεια ο διάδρομος κατέληγε σε μία εσωτερική αλάνα που είχε διαστάσεις είκοσι μέτρα επί είκοσι. Τα σπίτια ήταν διώροφα με ξύλινη σκάλα, ξύλινη βεράντα, με ένα δωμάτιο για κάθε οικογένεια, με πολλές κοινόχρηστες "τούρκικες" τουαλέτες, με αποχέτευση και με μία κεντρική βρύση στην αυλή. Η αυλή του Κουφολούκα θα ήτανε μάλλον παλιά πορνείο, και ήταν παράλληλη με την γραμμή του τρένου στα παλιατζίδικα. 


Πρέπει τότε να μέναμε γύρω στις είκοσι οικογένειες στα πάνω δωμάτια κι άλλες τόσες στα κάτω. Ωστόσο αλλάζανε τακτικά οι ένοικοι σε πολλά δωμάτια όσο διάστημα μείναμε εμείς εκεί. Σε ένα δωμάτιο από αυτά οι ένοικοι είχαν χάσει το κλειδί και τους θυμάμαι να μπαινοβγαίνουν από το παράθυρο. Το τελευταίο που ήτανε δίπλα στην Κατίνα, την "Αγία Πόρνη της Κατοχής", ήταν μία μικρή κουζινίτσα  με μπουχαρί. 


Εκεί είχαμε βάλει ότι πράγματα είχαν διασωθεί από την πυρκαγιά κατά τον βομβαρδισμό του παλιού σπιτιού μας στην Παπαφλέσσα. Θυμάμαι το τηγάνι που τηγανίζαμε. Πολύ μεγάλο, μαύρο, μαντεμένιο.

 


Οι συγκάτοικοι μας


- Ο σπιτονοικοκύρης μας ο Κουφολούκας. Αυτός δεν ενοχλούσε, αλλά κάθε πρώτη του μήνα χτυπούσε την πόρτα μας για το ενοίκιο. Και η γυναίκα του ήταν καλή. Ο γιος του ο Σπύρος είχε πεθάνει νωρίς. Η μία κόρη του, η Λευκή είχε αγοράσει στην Πραξιτέλους απέναντι από της Κουλουριώτισσας ένα νεοκλασικό σπίτι. Ήταν πολύ καλοσυνάτη κοπέλα.

 

Το σπίτι στην Πραξιτέλους


Απόκτησε δύο γιους που δούλεψαν στο νοσοκομείο του Μεταξά στον Πειραιά. Η άλλη κόρη του νομίζω ότι την λέγανε Δέσποινα. Είχε παντρευτεί αυτόν που είχε το εργοστάσιο βερνικιών των παπουτσιών Κάμελ.


-        Ο Κουμουσίδης. Αυτός με τη γυναίκα του την Μόσχα μπαλώνανε τσουβάλια. Είχαν τέσσερις γιούς. Ο ένας, ο Λευτέρης ήταν τότε δεκαεπτά χρονών  και αγαπούσε πάρα πολύ την Σόνια μας. Στην πείνα της Κατοχής μας είχε δώσει ένα μικρό σακουλάκι με σκουπάλευρο για να φτιάξουμε ψωμί.

 

-        Η Πορφύρα με τον άντρα της. Ήταν Ελληνίδα από την Ρουμανία και είχε πολλά παιδιά. Ο Γιώργος, αρραβωνιασμένος με την Κατίνα που προανέφερα, και η δουλειά του ήτανε παπατζής. Η Κατίνα είχε μία μοναδική κόρη, η οποία ήταν και αυτή πόρνη, αλλά δεν άντεξε και κρεμάστηκε... Αυτόχειρας!!! Κάποια στιγμή γύρισε ο χαμένος γιος της Πορφύρας από την Γερμανία που τον είχανε πάει και αυτή έκλαιγε γιατί έχασε την σύνταξη του ως αγνοούμενου παιδιού!!!

 

-        Η Διονυσία, με την μαμά της, τον πατέρα της και τον αδερφό της Γιώργο. Αυτός είχε χάσει το χέρι του σε ένα ατύχημα. Η Διονυσία πήρε το χέρι του και μαζί του πήγανε και το θάψανε. Για να ζήσει η Διονυσία έραβε τα φορεματάκια και τις κονκάρδες του σχολείου. Μία μέρα πήρε την μαμά μου και ακολουθώντας τις ράγες του  τραμ, έφτασαν στο Πέραμα, όπου είχε αράξει ένα ρουμάνικο φορτηγό πλοίο, που το λέγανε Μπαλτσίκ. Πήραν από κει τα ασπρόρουχα του καραβιού, να τα πλύνουν για να πάρουν κάποια χρήματα. Γιατί πήγαν στο Πέραμα με τα πόδια? Δεν είχανε λεφτά για το εισιτήριο του τραμ. Ούτε αυτά τα λίγα δεν είχαν!!! Η Διονυσία έραβε με μία ρωσική ραπτομηχανή, που της είχε δανείσει η μαμά μου και την είχε φέρει μαζί της από την Ρωσία. Κάποια στιγμή όταν η μαμά μου ζήτησε πίσω την ραπτομηχανή η Διονυσία θύμωσε....

 

-        Η άλλη Κατίνα της αυλής, η Αγία Σωτήρας μας. Με το σκουπάλευρο που μας είχε δώσει ο Κουμουσίδης, η Κατίνα, η «Αγία Πόρνη της Κατοχής», μας έφτιαχνε τηγανίτες. Όταν πάλι βομβαρδίστηκε ο Πειραιάς, αυτή ήταν που έσβησε τη φωτιά στο σπίτι μας και μας πήρε μικρά, να μας χώσει στο καταφύγιο. Η Σόνια έλειπε τότε. Είχε πάει στο σπίτι της Βέβης, της πρώτης μου ξαδέρφης στην Λαμπρινή.

 

-        Η κυρία Σταματίνα. Είχε ένα μορφωμένο γιο πολύ καλό παιδί, αλλά δυστυχώς ήτανε πρεζάκιας. Στην άκρη της Κόνωνος προς το λιμάνι σύχναζαν οι πρεζάκηδες τότε.

 

-        Η οικογένεια Πατμανίδη. Εκεί ξαναβρήκα το κοριτσάκι με τα γαλανά μάτια που είχα συναντήσει στο καράβι ερχόμενη στον Πειραιά. Την Σουσάνα... Ήταν μαζί με την οικογένειά της. Ο πατέρας της, ο «Άγιος» Νικόλας Πατμανίδης, ο οποίος στην Σεβαστούπολη, γνώριζε τον Φώσκολο, που είχε έρθει και αυτός στην Ελλάδα και είχε ανοίξει μαγαζί στην πλατεία Ιπποδαμείας. Νομίζω ότι ένα διάστημα είχε δουλέψει και σε αυτόν. Η μητέρα της? Άστα να πάνε!!! Μία Ρωσίδα αριστοκράτισσα, καλομαθημένη που ξέπεσε. Με την "αδερφή" μου την Σουσάνα καθαρίζαμε και σκουπίζαμε την αυλή και μαζεύαμε δεκαρίτσες.

 

-         

Με τις φίλες μας Σόνια και Σουσάνα Πατμανίδου. Η αδελφή μου η Σόνια πάνω αριστερά, δίπλα της η Σουσάνα, στην άκρη πάνω  δεξιά η φίλη μας η Σόνια, κάτω εγώ με την μαθητική ποδιά  και δίπλα μου η Λιαλιούκα με τον φιόγκο

 

Η μαμά μου έτριβε τα μαχαιροπήρουνα με την στάχτη και τα καθάριζε. Με την Σουσάνα πηγαίναμε μαζί με τα πόδια στο νεκροταφείο στην Ανάσταση,  διαβάζαμε στιχάκια στους τάφους, και κλαίγαμε!!! Μία κοπέλα που ήταν τότε τριάντα χρόνων την θεωρούσαμε γριά. Ο αδελφός της ο Τάκης, είχε φτιάξει ένα ξύλινο καρότσι, έπιανε με τα χέρια του τα ξύλα και έτρεχε μπροστά αφού είχε βάλει εμάς μέσα στο καρότσι. Μας πήγαινε βόλτα στην γέφυρα του Καλαμακίου (παλιά οδός Ντελικοσέ, δηλαδή εκεί που είναι σήμερα η Πυροσβεστική). 


Ωραία χρόνια? Όχι αλλά με πολλή αγάπη... Ο Τάκης μας μάθαινε και ποδήλατο αλλά εμείς πέφταμε κάτω, και τον θυμάμαι να μας λέει:

-        "Χοντροκόλες μπροστά να κοιτάτε. Να μην κοιτάτε λοξά και πέφτετε".

 

Και πού να είχαμε και κώλους!!! Πεινασμένα παιδιά της Κατοχής ήμασταν, σαν ξυλάκια... Καμιά φορά κατεβαίναμε στην λαχαναγορά του λιμανιού και πουλούσαμε μαϊντανό, σέλινο και άλλα λαχανικά μαζί με τον πατέρα του, τον θείο Νικόλα. Ο Τάκης τότε με τον μεγάλο του αδελφό τον Φέντια (Θόδωρο), είχαν πάγκο στα παλιατζίδικα και πουλούσαν λαχανικά. Τα πρώτα φύλλα από τα λάχανα και τα χόρτα που ήταν λίγο χαλασμένα, που θα τα πέταγαν έτσι κι αλλιώς, τα έπαιρνε η μαμά μου και τα μαγείρευε. Έτσι επιβιώναμε..


Ο παππούς της Σουσάνας, ήταν ο τελευταίος επίτροπος της Ελληνικής εκκλησίας της Σεβαστούπολης. Ο άλλος αδελφός της, ο Πάνος, στάλθηκε από τους Γερμανούς αιχμάλωτος για δουλειά στην Γερμανία. Εκεί γνώρισε την  Σούρα, που ήταν και αυτή αιχμάλωτη από την Ρωσία, την παντρεύτηκε και μετά την λήξη του πολέμου, έφυγε μαζί της και ζούσανε στην πόλη Κουρσκ της Ρωσίας. Η πιο μεγάλη αδελφή της Σουσάνας, η Σόνια ήταν "αυτοκόλλητες" με την αδελφή μου Σόνια. Ήταν ακόμα μαζί και στην Αμερική στο Λόουελ της Μασσαχουσέτης.

 

Οι αυτοκόλλητες Σόνιες: Η αδελφή μου αριστερά και η φίλη μας δεξιά.



Η ζωή μας στην Κόνωνος.


Μία μέρα σε αυτό το σπίτι είχε έρθει και ένας άγνωστος στρατιώτης που είχε τραυματιστεί στο Αλβανικό με την στολή του και αργότερα αποδείχθηκε ότι ήτανε ο πρώτος ξάδερφος της μαμάς μου, ο θείος ο Σταθίκας (Στάθης).


Ανάπηροι του Αλβανικού στον Πειραιά


Δεν ξέρω πώς έμαθε που μέναμε, μπήκε στο σπίτι μας, έριξε ένα τάλιρο στο χωμάτινο γουρουνάκι, που ήταν ο κουμπαράς μας και ξαπλώθηκε φαρδύς- πλατύς στο κρεβάτι της μαμάς μου. Σε λίγο κοιμήθηκε και από την κούραση του μας φαινόταν ότι ήταν αναίσθητος. Η μαξιλαροθήκη της μαμάς μου είχε πέντε δάχτυλα χειροποίητη ρώσικη δαντέλα.


Είναι γνωστό το κουσούρι των Ποντίων μανάδων μας, που το κληρονομήσαμε και εμείς... Το κρεβάτι τους πρέπει να είναι πάντα στρωμένο και να μην το αγγίζει κανείς!!! Καμιά φορά όταν κάποια ανίψια του Στάθη χοροπηδούσαν στο κρεβάτι της πεθεράς μου αυτή έλεγε:

-        "Το κρεβάτι μου το κάνατε τη Κούρτωνος το γιατάχ".

 

Όταν πήγαιναν και τα δικά μου παιδιά στο χωριό του Στάθη, ζήλευαν, αλλά δεν κάνανε το ίδιο γιατί ήξεραν τι θα επακολουθήσει. Έτσι με το που είδαμε έναν άγνωστο στρατιώτη να έχει ξαπλώσει στο κρεβάτι της μάνας μου σκεφτόμασταν ότι όταν το δει αυτή, τι θα έχουμε να ακούσουμε... Εμείς λουφάξαμε σε μία γωνιά και περιμέναμε όταν έρθει η μαμά μου να μας κατσαδιάσει  άγρια. Αντίθετα. Όταν ήρθε από την δουλειά η μαμά μου και είδε τον πρώτο της ξάδελφο να είναι ζωντανός, έγινε χαμός. Αυτή η πειθαρχημένη, αυστηρή, γυναίκα ξέσπασε. Έκλαιγε για μία ώρα ο ένας στην αγκαλιά του άλλου!!! Γνωρίζονταν από το όταν ήταν μικρά παιδιά στον Πόντο πριν καν πάνε στην Ρωσία. Παρόλη την κούραση της και την εξάντληση από την ένταση της ημέρας, όλο το βράδυ το αφιέρωσε  στο να του πλέξει κάλτσες, γάντια, σκουφί και φανέλα. Για τον στρατιώτη του Αλβανικού. Μέχρι και σκελέες του έπλεξε που δεν ήξερε…

 


Άμα έχει μία σας, έχετε όλες...


Επικρατούσε πείνα, ο κόσμος υπέφερε….. Η μαμά μου δεν δούλευε τότε, αλλά είχε ένα πάγκο στα παλιατζίδικα και πουλούσε μαγειρευτό φαγητό. Η σπεσιαλιτέ της ήταν  φασόλια πιαζ.  Ένα βράδυ θυμάμαι το περιστατικό που θα σας διηγηθώ και δεν θα το ξεχάσω ποτέ όσο ζω. Τότε στην Κατοχή, για να μη φαίνεται το φως από τις λάμπες, ντύναμε τα παράθυρα με μπλε σκούρες κόλλες, σαν κι αυτές που ντύναμε τα τετράδια. Εκείνη την εποχή η μαμά ακόμα δεν δούλευε και έψαξε κάτι να βρει να φάμε. Δεν υπήρχε τίποτα... Το μόνο που βρήκε ήταν ένα κρεμμύδι σε μέγεθος ενός καρυδιού. Μας φώναξε και κάτσαμε γύρω από το τραπέζι. Το έκοψε σε τέσσερα ίδια κομμάτια και έδωσε στην καθεμιά μας από ένα κομμάτι και ένα κομμάτι κράτησε για τον εαυτό της λέγοντας μας:


-        "Ευχή και κατάρα σας δίνω. Όταν έχει η μια σας, θα έχουνε και οι άλλες"!!!


Από τα λόγια της δεν εξαίρεσε ούτε τον εαυτό της. Και έτσι έγινε σε όλη μας την ζωή με τις αδελφές μου. Το πόσο βοήθησαν την οικογένειά μου όταν αρρώστησα δεν μπορώ να σας περιγράψω. Οι αδερφές μου αγάπαγαν τα παιδιά μου περισσότερο και από το αν ήτανε δικά τους.

 


Τα "ντου"

Την εποχή που η μαμά μου δεν δούλευε στο εστιατόριο  και ήταν άνεργη είχε γίνει πολυμήχανη. Πάστωνε σαρδέλες και μαζί με την Σόνια βγαίνανε στα παλιατζίδικα και τις πουλούσανε απέναντι από τον φούρνο. Όποιος έβγαινε από τον φούρνο με το ζεστό ψωμί, έβλεπε και την  φρεσκοπαστωμένη σαρδέλα, την λιμπιζόταν, την αγόραζε και την έκανε μία χαψιά. Αλλά πώς να χορτάσει!!! Η μαμά μου είχε το μυαλό της εκτός από το να τις πουλήσει, να προστατεύσει και την πραμάτεια της από τα "ντου". Μία παρέα από χαμίνια, αγόρια του δρόμου, μόλις έβλεπαν κάποιον να κρατάει κάτι φαγώσιμο, ο αρχηγός της ομήγυρης φώναζε "ντου" και οι υπόλοιποι ορμούσαν να κλέψουν τα φαγώσιμα. 


Στα παλιατζίδικα πωλούσαν ότι είχε ο καθένας ή όταν πέθαινε κάποιος τα πράγματα του. Μη σας φανεί παράξενο. Πεθαίνανε τότε πολλοί, ακόμα και στους δρόμους. Τους μάζευε το κάρο του δήμου, τους πήγαινε στο νεκροταφείο και τους θάβανε ομαδικά.


Παντού ήτανε συσκότιση. Το σκοτάδι και το κρύο κάνανε πιο βαριά την πείνα μας τον χειμώνα του ΄40-΄41. Οι μαυραγορίτες κάνανε χρυσές δουλειές. Για ένα ντενεκέ λάδι ο άλλος πουλούσε το σπίτι του. Πάντως όταν μας βομβαρδίζανε τα στούκας το καταλαβαίναμε από πριν. Κάνανε ένα διαβολεμένο θόρυβο.

 


Προσαρμογή στις νέες συνθήκες.


Μετά το μεσοδιάστημα της ανεργίας, η μαμά μου έπιασε και πάλι δουλειά στο εστιατόριο του Γεωργαντόπουλου, το οποίο για ένα μικρό διάστημα ήταν κλειστό. Η αστυνομία μετά το επίταξε για λογαριασμό της.


Ο Γεωργαντόπουλος ήτανε κι αυτός δεινοπαθής. Παρακάλεσε τότε τον διευθυντή της  αστυνομίας να πάρει ξανά την μαμά μου για δουλειά. Την λυπότανε πολύ τη μαμά μου. Νέα γυναίκα μόλις τριάντα χρόνων με τρία κοριτσάκια!!! Ηρωίδα. Δεν υπήρξε δουλειά που δεν έκανε. Από τα χαράματα του πρωινού έως στο βαθύ σκοτάδι το βράδυ. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τις περισσότερες φορές ξεπερνούσε στην δουλειά και τον βοηθό της.


Όταν ερχόταν το βράδυ και έφευγε και ο τελευταίος αστυνομικός από το εστιατόριο η φιλανθρωπία της ξεχείλιζε. Τα φαγητά που περίσσευαν τα σκέπαζε με μία ζεστή κουβέρτα και με ένα παιδικό καροτσάκι τα μετέφερε στην Πολυκατοικία, όπως συνήθιζε να λέει τον  συρφετό των δωματίων στην Κόνωνος. Εκεί μοίραζε φαγητό κατά σειρά. Πρώτα στα παιδιά, μετά στις  εγκυμονούσες, σε αυτές που θήλαζαν, στους φυματικούς, στους γέρους και τελευταία στους πιο νέους. Πολλές φορές αναρωτιότανε αν αυτή η τακτική της θα την οδηγούσε στην κόλαση ή στον παράδεισο. Οι αστυνομικοί έτρωγαν κάθε μέρα. Όταν σερβίριζε το φαγητό τους, έβαζε την κουτάλα βαθιά και έπαιρνε τις φακές πηχτά χωρίς όμως το λάδι. Έτσι περίσσευε λίγες φακές που ήτανε σχεδόν "μπλουμ", αλλά είχαν όλο το λάδι που περιείχε τη βιταμίνη Ε, και πού έμενε στο καζάνι. Αυτό μοίραζε στους υποσιτισμένους για να τους "πιάνει" η βιταμίνη περισσότερο από τις φακές. Δεν μπορούσε όμως να το κρύψει από τον διευθυντή της αστυνομίας. Όταν του ανέφερε κάποια στιγμή τι έκανε, αυτός σκεπτικός της απάντησε:

-        "Με τρόπο κυρά Βέτα, γιατί αν το μάθει ο κόσμος ότι υπάρχει φαγητό εδώ θα μας λιντσάρουν".

Και την χτύπησε φιλικά στο ώμο λέγοντάς της:

-        "Είσαι πονόψυχος άνθρωπος...".


Πού να ήξερε ότι αυτό ήταν χαρακτηριστικό όλης της οικογένειάς μας, είτε είχαμε τα αμύθητα πλούτη, είτε την φτώχεια μας!!! Πάνω στην ταράτσα του κτιρίου υπήρχε μία τεράστια δεξαμενή με νερό, γιατί το νερό το κόβανε κάποιες φορές. Εκεί λοιπόν μέσα σε ένα καλάθι έβαζε η μαμά μου την Λιαλιούκα, που ήταν τεσσάρων χρονών. Ήταν όλα ανοιχτά χωρίς κάγκελα και έμπαζε από παντού. Της είχε φτιάξει και ένα γιογιό από πανί για να παίζει. Όποτε μπορούσε ξέκλεβε λίγο χρόνο και ανέβαινε πάνω να δει το μωρό. Τόσο ανάγκη είχε να το έχει κοντά της για να μη βάζει στο μυαλό της ότι η Λιαλιούκα θα μπορούσε να σηκωθεί από το καλάθι φοβισμένη από τους αρουραίους και τα ποντίκια που περιδιάβαιναν και να σκοτωθεί πέφτοντας τρομαγμένη... Τέτοια υπευθυνότητα και υπακοή η Λιαλιούκα!!!


Παιδιά της Κατοχής: Η Λιαλιούκα δεξιά με την Σουσάνα αριστερά



Ακόμα και όταν μεγάλωσε και γέρασε με τον ίδιο τρόπο λειτουργούσε. Βέβαια όταν την ρωτήσω τώρα για αυτό θα μου απαντήσει:

-        "Ο Θεός με φύλαξε σε όλη μου τη ζωή".


 

Το σαμποτάζ. Η «πενικιλίνη»…


Η πείνα εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη. Προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι να φάμε. Έβλεπες νεκρούς από την πείνα με τουμπανιασμένα τα στομάχια τους. Και κάποιους άλλους να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι φαγώσιμο.

 

Ψάχνοντας στα σκουπίδια



Ένα τρένο ερχότανε από την Πελοπόννησο φορτωμένο με λεμόνια. Καθυστερούσε πολύ να έρθει, γιατί στο δρόμο γινόντουσαν σαμποτάζ. Έτσι τα κίτρινα λεμόνια είχανε γίνει πράσινα και γεμάτα πράσινο χυμό. Μάλλον από την μούχλα... Κάποιος είπε ότι θα έφτανε επιτέλους το τρένο στον Πειραιά, και έτρεξα με την βέτρα (δοχείο) να πάρω ότι θα έβρισκα. Τι να δω όμως... Έτσι με ένα μαστραπά (μεταλλικό ποτήρι) έπαιρνα τον χυμό από τα σάπια φρούτα και τον  έπινα. Θα ήπια κάμποσο μέχρι που τον σιχάθηκα. 


Αυτό ίσως με έσωσε αργότερα από την ρευματοειδή αρθρίτιδα. Είχα βομβαρδίσει τον εαυτό μου με «πενικιλίνη»!!! Κανείς δεν ξέρει τι με βοήθησε και παρόλο που η ρευματοειδής παραμορφωτική αρθρίτιδα ήταν πολύ επιθετική, έζησα μέχρι τα ογδονταπέντε μου χρόνια.

 


Το καταφύγιο


Στην Κέκροπος δηλαδή δυο στενά μετά την Κόνωνος προς τον Κορυδαλλό ήταν το καταφύγιο. Υπάρχει ακόμα, επί της Ρετσίνας στη γωνία.

 


 Η περιοχή ήταν τότε βιομηχανική. Γεμάτο εργοστάσια. Εκεί ήταν και το καταφύγιο μας.


Το καταφύγιο στου Βάβουλα την Γούβα

 

Χτυπούσε η σειρήνα και δεν ήξερε ο κόσμος πότε έληγε και πότε άρχιζε. Από τότε που κατέβηκα από το καράβι στο Χατζηκυριάκειο, θυμάμαι  συνέχεια να μας βομβαρδίζουν όλοι. Ιταλοί, Γερμανοί, Άγγλοι, Αμερικάνοι, αντάρτες. Αντιαεροπορικά ήταν στον Προφήτη Ηλία και πριν τους Γερμανούς θυμάμαι ότι τα χειρίζονταν Έλληνες. Στρατιώτες όχι αντάρτες.

 


Η "μπάμπουσκα".


Ήτανε μία γριά ξέμπαρκη που είχε μία κόρη στην Ρωσία. Επειδή είχε παντρευτεί Έλληνα, τον Χιόνη, την έστειλε ο Στάλιν και αυτήν στην Ελλάδα. Μία μέρα πήγε κάποιος να αρπάξει το δαχτυλίδι από το χέρι της και αυτή με σπασμένα ελληνικά φώναζε:

-        "ντάχτυλο, ντάχτυλο".

 

Την μπάμπουσκα την είχε πάρει η μαμά μου από το καράβι προίκα, ακόμα και όταν πήγαμε στην Πραξιτέλους, με την προοπτική να μας προσέχει, όταν η μαμά μου δούλευε. Και αυτή μας έκλεβε την ζαχαρίνη, που τότε ήτανε σε κύβους. Την έβαζε στο τσάι της, ενώ την δική της την πούλαγε. Και αντί να πάει αυτή να πάρει το ψωμί της από την Πειραϊκή στο Παλατάκι, που δικαιούτανε επειδή εκεί ήταν απογραμμένη, έστελνε εμένα το μικρό. Σκέτο χαϊβάνι ήμουνα. Προκομμένη και αθώα.

Η μπάμπουσκα μετά τον βομβαρδισμό είχε παραμείνει στο σχεδόν ερειπωμένο σπίτι στην Κόνωνος. Δεν μας ακολούθησε στην Ρούσβελτ, γιατί η σπιτονοικοκυρά της θείας Αννίτσας είχε κάνει μεγάλη φασαρία, νομίζοντας ότι το υπενοικίαζε σε εμάς... Πού τέτοια ψυχή η Αγία Θεία μου!!! Αργότερα η μαμά μου βρήκε τον τρόπο να την στείλει πίσω στη Ρωσία. 

Όταν τελείωσε και ο εμφύλιος, και κατέβηκε ο βασιλιάς στον Πειραιά, η μαμά μου παρείσφρησε στην ακολουθία του, έπεσε στα γόνατά του και παρακάλεσε να γυρίσει πίσω την μπάμπουσκα στην Ρωσία. Δεν είχε άλλον τρόπο... Έτσι και έγινε. Η μπάμπουσκα γύρισε στην Ρωσία στην κόρη της, παρόλο που τα σύνορα ήτανε κλειστά και δεν είχαμε επικοινωνία με την Ρωσία.

 


Ο μπακάλης.


Από όλους τους τύπους που ήταν στον Πειραιά ένας μου έμεινε στο νου. Ο Τσακίρης ήταν ένα βουβάλι. Ψηλός, χοντρός με μάγουλα, ο τρόμος του παραγιού  του, του Παναγιωτάκη, πού ήτανε πολύ αδύνατος και πολύ κοντός. Είχε μία πολύ ωραία γυναίκα ο μπακάλης αλλά ήταν πολύ τυραννικός απέναντί της. Την έδερνε, την έσπρωχνε, την έβριζε. Μαζί με το μπακάλικο διατηρούσε και κάτι σαν ταβέρνα. Σερβίριζε κρασί, μαζί με τσίρο και ελιές.

Μία μέρα κάτι είπε στη γυναίκα του και αυτή η φουκαριάρα δεν το άκουσε. Σηκώθηκε και την έσπασε στο ξύλο. Από μία παρέα Γερμανών που ήτανε τότε στο μαγαζί του, σηκώθηκε ένας από αυτούς, τον έδειρε και στη γλώσσα του τον πρόσταξε να μην το ξανακάνει. Θυμάμαι πόσο άγριο βλέμμα είχε ο Γερμανός!!! Ο Τσακίρης τότε λούφαξε. Παιδιά δεν είχανε. Εκείνη την εποχή το κράτος έδινε για να μοιράσει στους πολίτες μία χούφτα φουντούκια, σπίρτα, αλάτι και την σούπα του μπακάλη. Ήτανε μέσα σε φακελάκι, μία σκόνη λαχανικών. Την έβαζες στο νερό, την ανακάτευες και την έτρωγες. Την έστελνε η UNTRA. Νύχτα έβαζε τον καημένο τον Παναγιωτάκη να ξεκουβαλάει τα πράγματα, και όταν πήγαινε ο κόσμος να τα πάρει πεινασμένος, αυτός έλεγε ότι δεν του είχανε φέρει. Τέτοιο παλιοτόμαρο ήτανε. Μαυραγορίτης του κερατά!!! Έλα ντε όμως που δεν ξέφυγε από μένα... Πήγα τότε οκτώ χρονών παιδί και με θάρρος και θράσος που δεν σήκωνε κουβέντα του είπα:

-        "Δεν ξέρω τι κάνεις με τους άλλους, εμένα θα μου τα δώσεις γιατί θα σε καταδώσω".

Και έκανα έναν δυνάστη να λυγίσει βλέποντας με, και μου είπε:

-        "Σουτ, έλα να τα πάρεις και να μην το πεις πουθενά. Ποιός; Ο Τσακίρης!!!"


Το μαγαζί ήτανε Κόνωνος και Ρετσίνα προς την Ρετσίνα μεριά. Στη γωνία Κόνωνος και Ρετσίνα ήταν ο περιπτεράς. Τον λέγανε Βαρελά. Το περίπτερο του ήταν προέκταση, δηλαδή συνέχεια του σπιτιού του. Ακριβώς απέναντι από τον Τσακίρη ήταν ο φούρνος του Θεοδώρου. Και το μαγαζί του Νόνα που πουλούσε καφέδες από ρεβύθια και όσπρια. Μετά ήταν η αποθήκη του Μιχαηλίδη με συκομαρμελάδες, θρεψίνη, σταφίδες και γλυκά του κουταλιού. Κατά την μεταφορά των προϊόντων πήγαιναν τα παιδιά, χάραζαν τα τσουβάλια, και από την σχισμή τους έτρεχαν σταφίδες. Με αυτό τον τρόπο τις έκλεβαν. Οι εργάτες όταν έβλεπαν τα παιδιά που πεινούσαν, έκαναν τα στραβά μάτια. Ήξεραν....



Ο Όττο και η Κατίνα.

Η "Αγία Πόρνη της Κατοχής".


Οι γονείς της την είχαν στείλει δουλάκι στην Αθήνα. Το αφεντικό της την κανόνισε και αυτή μετά βγήκε στο κλαρί. Είχε μία μικροσκοπική καμαρούλα, τόσο καθαρή όσο καθαρή και καλή ήταν η ψυχή της. Άσπρη με μέτριο ανάστημα, λίγο παχουλή, προστάτευε όλα τα παιδιά, όσο δεν την προστάτεψε αυτήν κανείς. Τα είχε με έναν ανώτερο Γερμανό αξιωματικό. Τον Όττο. Ήταν ψηλός, ξανθός και πολύ ωραίος άντρας. Μόλις ο Όττο έβλεπε την μικρή μου αδελφή, την Λιαλιούκα, που ήταν τότε τριών χρόνων, την αγκάλιαζε, την σήκωνε ψηλά, την φιλούσε και έκλαιγε. Του θύμιζε μάλλον την κόρη του στην  Γερμανία. Δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί ίδιοι… Της έδινε μία γαλέτα και αυτή μωρό ήταν τότε, αντί να την φάει μόνη της, την έκρυβε μπροστά στην ποδιά της, μία σαραφάν που είχε, με μία τσέπη μπροστά και την έφερνε σπίτι να την μοιραστούμε οι τρεις μας. Μωρό παιδί ήτανε, μα τέτοια υπευθυνότητα και αλτρουισμό!!!


Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι αντάρτες πιάσανε την Κατίνα. Την δείρανε πολύ άσχημα. Της σπάσανε τα δόντια. Τι έφταιγε... Προσπαθούσε να επιβιώσει... Πολύ αργότερα η καλοσύνη της ψυχής ανταμείφθηκε. Την παντρεύτηκε ένας διευθυντής Τράπεζας, ωραίος άνθρωπος, πολύ νεότερος της, μόνο και μόνο να εξυπηρετεί την τυφλή μάνα του. Και αυτή όλο ευχές της έδινε. Το τέλος της ζωής της ήταν αντάξιο της καλοσύνης της!!!


Εκεί όμως μας ξαναβομβαρδίσανε. Κατά την διάρκεια του βομβαρδισμού η μαμά  μου δούλευε. Πρόλαβε όμως  και κρύφτηκε στο καταφύγιο κοντά στην δουλειά της. Και εγώ πήγα να κρυφτώ στο καταφύγιο που ήταν κοντά μας. Όμως ήταν τέτοιος ο πανικός που μπαίνοντας με σπρώξανε και από το πρώτο σκαλί βρέθηκα στο τελευταίο. Έπεσα κάτω και μπήκε χώμα στα μάτια μου. Δεν έβλεπα για μέρες…


(Σχόλιο αρθρογράφου: Η μαρτυρική «Δρέσδη» της Ελλάδας.

Είναι αυτονόητη η δυσκολία του αρθρογράφου να ταυτοποιήσει τις διηγήσεις ενός παιδιού με τον χρόνο και τον τόπο, όσον αφορά τους βομβαρδισμούς. Το περιστατικό που περιγράφεται με την ζακέτα στην αφήγηση στην συνέχεια, μάλλον θα αναφέρεται στην 6η  Απριλίου.


Ο Πειραιάς είχε το θλιβερό προνόμιο να βομβαρδιστεί  239 φορές κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από διάφορους, χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού του και το πλήθος σχεδόν των σπιτιών, των λιμενικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεών του… Καμιά άλλη πόλη στον κόσμο δεν βομβαρδίστηκε τόσες πολλές φορές. Ούτε καν η Δρέσδη!!!

 


 

Ενδεικτικά αναφέρονται δύο μεγάλοι βομβαρδισμοί από τους Γερμανούς πριν την είσοδο τους στο λιμάνι:.


    …. Ήταν νωρίς το πρωί της 6ης Απριλίου του 1941, όταν οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα, εισβάλλοντας από τα βόρεια σύνορά της. Το λιμάνι του Πειραιά, πολύβουο και κατάμεστο, έμοιαζε ανήσυχο σαν πριν την καταιγίδα. Οι δραστηριότητές του συνεχίζονταν κανονικά μέχρι το βράδυ. Ανάμεσα στα πλοία που ξεφόρτωναν εκείνη τη μοιραία νύχτα της 6ης προς 7η Απριλίου, ήταν και το βρετανικό εμπορικό Clan Fraser, που μετέφερε στα αμπάρια του 250 τόνους ΤΝΤ. Από τον μεγάλο βομβαρδισμό του λιμανιού και την ανατίναξη του φορτηγού πλοίου «ΚΛΑΝ ΦΡΑΪΖΕΡ» της 6ης Απριλίου, ο πληθυσμός του Πειραιά επεδίωκε με κάθε τρόπο την απομάκρυνση από μια πόλη που ήταν στόχος διότι ήταν λιμάνι.


Στις 24 και στις 26 Απριλίου, γερμανικά βομβαρδιστικά «καθέτου εφορμήσεως» Ju–87, «Stuka», διέκοψαν την διαφυγή των βρετανικών στρατευμάτων, που αποχωρούσαν χωρίς μάχη με πολεμικά πλοία από την Ελλάδα στην Βόρεια Αφρική, βομβαρδίζοντας πάλι το λιμάνι με τραγικές συνέπειες.

 

Το θραύσμα από την έκρηξη του Clan Fraser. Το μνημείο πριν κάποια χρόνια και σήμερα. Κάποιοι ανεγκέφαλοι βάνδαλοι γνωρίζουν άραγε πόσοι Πειραιώτες σκοτώθηκαν τότε? Πόσο ξεπέσαμε σαν κοινωνία...…

 

Στις 27 Απριλίου οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τον Πειραιά και ξεκινάει η Γερμανική Κατοχή).



Η  φίλη μου η Θέμις.


Ζούσε Φωκίωνος και Αλιπέδου.


Τα παλιά σπίτια γκρεμίστηκαν….



-        Με την μητέρα της και τα δύο αδέλφια της. Όταν την γνώρισα θα ήτανε πέντε, έξη χρονών. Είχαν έρθει από την Καβάλα. Πολύ όμορφη. Ξανθή, ροδοκόκκινη, γελαστή. Η μαμά της πήγαινε και πουλούσε τα φορεματάκια της για ένα κομμάτι ψωμί!!! Ακόμα  και τώρα στα γεράματα μας, αυτό το έχει παράπονο. Ακριβώς απέναντι της ζούσαν Γερμανοί και της πέταγαν καμία καραμέλα από το μπαλκόνι, μετά την έβρεχαν, και κατόπιν γελούσαν τα γουρούνια. Και η Θέμις για να βρει την καραμέλα σκούπιζε όλα τα σκαλιά. Πηγαίναμε μαζί για μπάνιο στου Παρασκευά. Ήμουνα τόσο καλή κολυμβήτρια που μπορούσα να πάω μέχρι το νησάκι του Παρασκευά κολυμπώντας. Και ας μην είχα στην Ρωσία θάλασσα. Μία μέρα, καλοκαίρι ήτανε, διψάσαμε πολύ. Ζητήσαμε  να μας δώσουν νερό να πιούμε  από ένα σπίτι. Μας έδωσαν ένα ποτήρι νερό να πιούμε που μέσα μούσκευαν την τσατσάρα τους, και ήτανε γεμάτο τρίχες και ψείρες. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι? Πηγαίναμε για να πούμε τα κάλαντα μαζί, στους πάγκους έξω από την Αγία Τριάδα μετά τον βομβαρδισμό της από  τους Άγγλους.  Κάποια εποχή λειτουργούσε και  σεπαράγκα. Μία φορά πήγαμε να κλέψουμε τρόφιμα από την ταράτσα του Μιχαηλίδη. Δυστυχώς το προηγούμενο βράδυ όμως τους είχαν κλέψει ξανά, αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Ο φύλακας ήταν σε επιφυλακή, μας κυνήγησε και το βάλαμε στα πόδια. Από τον φόβο και τον τρόμο μας φτάσαμε μέχρι του Βρυώνη τρέχοντας. Τότε εγώ έχασα το ένα παπούτσι μου στον πανικό, και ήμουνα μονοσάνδαλη. Η Θέμις επτά, οκτώ  χρονών πουλούσε και αυτή στα παλιατζίδικα ότι έφερνε η μάνα της από τα χωριά που πήγαινε. Μέχρι τώρα στα γεράματα μας επικοινωνούμε και έχουμε διατηρήσει την φιλία μας από τότε.



Στην αγορά και το αλισβερίσι του «Έλληνα» σωματέμπορου.


Κάθε βράδυ η μαμά μου περίμενε εμένα και την Σόνια να πάμε από την ταβέρνα, να πάρουμε με την βέτρα που κουβαλούσαμε μαζί μας ζεστό νερό για να κάνουμε εμείς μπάνιο και την λάτρα του σπιτιού μας. Εκείνο το βράδυ ήρθε μαζί μας και η Σουσάνα που σας έχω μιλήσει ήδη για  παρέα. Έπρεπε να τραβήξουμε τα ρολά του μαγαζιού για να μπούμε μέσα. Ντραπήκαμε και καθίσαμε κάτω ανακούρκουδα απέξω μήπως βγει κάποιος αστυνομικός για να μπουκάρουμε. Όμως αργούσαν και έτσι μας έπιασε το πυκνό σκοτάδι. Έκανε και κρύο. Κάποια στιγμή ακούστηκαν βήματα. Ήταν ένας Ιταλός αξιωματικός  και μαζί του ένας διερμηνέας. « Έλληνας»... Εμείς μουδιάσαμε και ούτε ανασαίναμε από τον φόβο. Πέρασαν από μπροστά μας και πήγαν μέχρι την γωνία περίπου δέκα βήματα όλα κι όλα. Κάτι αντιλήφθηκαν τότε, γύρισαν πίσω και έριξαν πάνω μας τον φακό. Τρομοκρατηθήκαμε και ξαφνικά αρχίσαμε να τρέχουμε στους διαδρόμους της αγοράς.



Η παλιά Αγορά


 Μέσα στο κυνηγητό ποιάν έπιασαν? Την Σόνια. Άρχισε να φωνάζει:

-        "Ζήνα, Ζήνα με πιάσανε".


Ακουγόταν σε όλη την αγορά ο αντίλαλος. Την κρατούσε ο "Έλληνας" και διαπραγματευόταν με τον Ιταλό. Νέοι  και οι δύο. Τα μάτια τους  γυάλιζαν και έγδυναν με τα μάτια τους την αδερφή μου. Έτρεξα τότε κοντά τους και δάγκωσα δυνατά το χέρι του Ιταλού. Αυτός δεν το περίμενε. Εγώ τότε ήμουνα περίπου εννέα χρονών και η Σόνια δεκατρία. Τον δάγκωσα όμως τόσο δυνατά που ούρλιαξε από τον πόνο. Το αίμα έτρεχε παντού από το δαγκωμένο σημείο. Άρχισε να με να κοπανάει βάναυσα. Όμως επειδή ο Θεός προστάτευε τα ορφανά, εκείνη την στιγμή ακούστηκε η βαριά μπότα ενός Γερμανού που από εκατοντάδες μέτρα καταλάβαινες τον ήχο της.



Η Αγία Πόρνη. Ο Σωτήρας μας!!!


Ο ήχος μας πλησίασε και τότε είδα στο σκοτάδι να προβάλει η μορφή ενός ψηλού, όμορφου, Γερμανού αξιωματικού, που συνόδευε μία πολύ όμορφη και εντυπωσιακή κοπέλα γύρω στα εικοσιπέντε. Μόλις ο "Έλληνας" και ο Ιταλός είδαν τον Γερμανό αξιωματικό κατουρήθηκαν από τον φόβο τους. Είχαν ακούσει τα κλάματα και τις παιδικές φωνές μας που ζητούσαμε απεγνωσμένα βοήθεια, πλησίασαν κι αμέσως μπήκε μπροστά η κοπέλα με περίσσια τόλμη και μας απομάκρυνε. Με τις πλάτες του Γερμανού αξιωματικού που την συνόδευε, χαστούκισε τον "Έλληνα", τον έσπρωχνε βίαια και τον έβριζε γιατί κατάλαβε ότι παζάρευε την αδερφούλα μου, την Σόνια. Του φώναξε δυνατά που ακούστηκε σε όλη την αγορά.

-        "Βρε βρωμορουφιάνε, δεν φτάνει που βγήκαμε εμείς οι μεγάλες στο κλαρί, πάτε να βγάλετε και τα μωρά?"

 

Ο Γερμανός και ο Ιταλός δεν συμμετείχαν στον καβγά. Ο Έλληνας "λούφαξε". Τι να πει το κτήνος... Η κοπέλα μας ρώτησε τι δουλειά είχαμε τέτοια ώρα στην αγορά, αφού υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας. Εμείς της εξηγήσαμε πώς και γιατί βρισκόμασταν εκεί, μας πήρε από το χέρι και μας πήγε στο εστιατόριο. Ανέβασε τα στόρια, φώναξε την μαμά μου,  μας παρέδωσε  σε αυτήν και της εξήγησε τι είχε συμβεί. Η μαμά μου συγκινημένη μόνο που δεν φίλησε το χέρι της κοπέλας όταν κατάλαβε τι είχε γίνει. Μας μάλωσε πάρα πολύ που δεν ανεβάσαμε τα στόρια για να μπούμε μέσα στο μαγαζί, και παρακάλεσε τον κύριο Φώτη, ένα εξαιρετικό άνθρωπο να μας συνοδεύσει ως το σπίτι, επειδή είχε απαγόρευση κυκλοφορίας και μπορούσε να μας συμβεί κάποιο κακό.

Ήταν ένα βράδυ που δεν το ξέχασα ποτέ στη ζωή μου. Σπάνια στη ζωή μου ένοιωσα  ξανά τέτοια συναισθήματα ευγνωμοσύνης  όπως για αυτή την άγνωστη "Αγία Πόρνη της Κατοχής".

 


Η θεία μου η Νάστια και οι σταφίδες.


Η νύφη της μαμάς μου, η γυναίκα του αδερφού της του Φιλίππου, εξόριστος και αυτός στην Σιβηρία και μητέρα της ξαδέρφης μου της Βέβης (Ευγενίας) δούλευε στην Ομόνοια στο Ρωσικό ζαχαροπλαστείο Πέτρογκραντ (Πετρούπολη). Ιδιοκτήτης του ήταν ο Γιάκοβλεφ, ο κουνιάδος της τραγουδίστριας Μαίρη Λω. Στο Κισλαβόσκι η θεία Νάστια είχαν πολύ μεγάλο ζαχαροπλαστείο και ήξερε την δουλειά. Ήταν αδύνατον σχολώντας να πάει στο σπίτι της στη Λαμπρινή. Έτσι κατέβαινε ως ένα σημείο με τον ηλεκτρικό και μετά ερχόταν με τα πόδια στην Κόνωνος, όπου μέναμε. Μέσα στο τελείωμα της καλτσοδέτας της έκρυβε καμιά δεκαριά σταφιδούλες και μας  τις έδινε. Τις τρώγαμε με απερίγραπτη χαρά....



Η θεία Ρωξάνη.


Η θεία η Ρωξάνη Ταργοντσίδου, μητέρα  της θείας Νάστιας, πάλι σε κάποιον άλλον βομβαρδισμό του Πειραιά, μας φιλοξένησε για λίγο στο σπίτι της μαζί με την μαμά μου. Πόσους βομβαρδισμούς είχαμε φάει? Έχασα το μέτρημα... Η Ρωξάνη αγαπούσε πολύ τα παιδιά της. Πάντα έλεγε η Πάσια μας και η Βάρια μας. 

Ο αδερφός της Ρωξάνης, ο Γιώργος παντρεύτηκε την θεία μου την Παρθένα. Στη Ρωσία ήταν μηχανολόγος- ηλεκτρολόγος. Κάποια φορά έλυσε ένα πολύπλοκο μηχάνημα που κανείς δεν μπορούσε να το λύσει. Στη συναρμολόγηση όμως ζορίστηκε και από τότε δημιουργήθηκε πρόβλημα με τα νεύρα του. 

Ο Ζώρας, ο γιός της Ρωξάνης ήταν λίγο αμπλαούμπλας, και είχε παντρευτεί την κόρη της νονάς του άντρα μου του Στάθη, την Δόξη. Αυτή δούλευε σε φαρμακείο και έδινε στον Στάθη τα αντιφυματικά φάρμακα ρας και ρεμιφόν, όταν αυτός αρρώστησε. Όμως τον χώρισε και μετά αυτός παντρεύτηκε μία Γερμανίδα, αλλά δεν έκαναν παιδιά. Το σπίτι του το κληρονόμησε η Γερμανίδα. Και  ο άλλος της γιός ήταν ο Γιάγκος. Κάποιες φορές τον κοίμιζε στο σπίτι της η θεία η Παρθένα, αδελφή της μαμάς μου. Πάντα όμως είχε το παράπονο ότι δεν της συμπαραστάθηκε στην αρρώστια της Φανίκας.

(Σχόλιο αρθρογράφουΟ Γιώργος Ταργοντσίδης δεν επέστρεψε στην οικογένειά του, μετά την κράτηση του κατά την διάρκεια των Σταλινικών διώξεων. Στα Ρωσικά αρχεία είναι καταχωρημένο ότι εκτελέστηκε).



Ο Ρεμούνδος


Στον Περισσό είχε παρεισφρήσει σε ομάδα φοιτητών του ΕΑΜ και ένας "άλλος" φοιτητής. Ο Ρεμούνδος. Καταδότης του κερατά. Μια φορά ανάμεσα σε αυτούς που είχε βάλει στην λίστα για σύλληψη ήταν και ο πρώτος μου ξάδερφος, ο Αλέξης, ο γιός του θείου μου του Φιλίππου, μόνο και μόνο επειδή είχε γεννηθεί στην Ρωσία. Έβγαινε πάντα έξω βόλτα με συνοδεία Γερμανών. Αριστερά και δεξιά του, τον φύλαγαν πάντα. Πώς τα κατάφερε όμως μία μέρα ένα παλικάρι και τον σκότωσε!!! Άγνωστο... Και όχι μόνο αυτό. Του έβαλε και ένα σημείωμα πάνω του: "Έτσι εκτελεί η ΟΠΛΑ τους προδότες". Μικρό παιδί ήμουνα και το θυμάμαι αυτό χωρίς να ήξερα τότε τι σήμαινε. Οι Γερμανοί τον πήγαν αμέσως σε ένα παρακείμενο φαρμακείο για πρώτες βοήθειες. Ο φαρμακοποιός διαπίστωσε ότι ήταν ήδη νεκρός, αλλά είπε αργότερα όταν αν  ζούσε θα του έδινε κάτι για να τον ξεπαστρέψει.... Όταν πήγανε το πτώμα του στην μάνα του, αυτή αρνήθηκε και είπε πως δεν ήταν γιος της. Από τον Περισσό και λίγο υπερυψωμένο που ήταν το σπίτι της θείας Ρωξάνης έβλεπες με στρατιωτικά κιάλια έως το δεύτερο νεκροταφείο και τους Γερμανούς μοτοσικλετιστές. Δεν υπήρχαν τότε σπίτια ψηλά και πολυκατοικίες για να σου κόβουν τη θέα.



Η γιαγιά μου η Ευγενία.


Η μητέρα της μαμάς μου, η γιαγιά μου η Ευγενία Παυλίδου ήταν και αυτή εκτοπισμένη από το Σταλινικό καθεστώς στην Ελλάδα. Είχε γεννηθεί στην Χάκαξα της Αργυρούπολης στον Πόντο, και ο άντρας της ο Αλέξανδρος είχε πεθάνει πολύ νωρίς. Ανέλαβε να μεγαλώσει τα τέσσερα παιδιά της ο κουνιάδος της, ο Χαράλαμπος Φιλιππίδης στην Ρωσία, ο οποίος για αυτό τον λόγο δεν παντρεύτηκε ποτέ.

 

Η γιαγιά μου Ευγενία με την μαμά μου, την αδελφή της Παρθένα και την νύφη της Αναστασία (στο μέσον) στην Ρωσία.


Ερχόμενη όμως από την πόλη Κισλαβόσκι της Ρωσίας, το καράβι που τους μετέφερε, την αποβίβασε στον Βόλο μαζί με την χήρα κόρη της, την Παρθένα και την πανέμορφη εγγονή της Φανίκα. Τον άντρα της Παρθένας Γιώργο Ταργοντσίδη, τον είχε εκτελέσει ο Στάλιν. Στο Βόλο είχε βγει πολύς κόσμος δικός μας. Οι Πόντιοι ανέκαθεν είχαν αλληλεγγύη. Ο ένας ενδιαφερόταν για τον άλλον. Από στόμα σε στόμα, από τόπο σε τόπο, ο καθένας έβρισκε τους δικούς του μετά την άναρχη αναχώρηση τους από το Σταλινικό καθεστώς, ρωτώντας ο ένας την τύχη του άλλου. 


Τα καράβια αποβίβαζαν μόνο άντρες κάτω από δεκαοκτώ χρονών, οι οποίοι μπορούσαν να έρθουν στην Ελλάδα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εξορίζονταν στη Σιβηρία. Για να πας στην Κατοχή από τον Πειραιά στον Βόλο, έπρεπε να πας στην Χαλκίδα και μετά με ένα "σκυλοπνίχτη" (καράβι της κακιάς ώρας), έφθανες στον Βόλο. Και μετά πάλι τα ίδια στην επιστροφή.


Από τον Βόλο η θεία μου η Παρθένα είχε στείλει με ένα γνωστό της μία κονσέρβα που έμοιαζε με γόνδολα για να την φάμε. Είχε ακούσει τότε για την πείνα στην Αθήνα και νόμιζε ότι εμείς δεν έχουμε να φάμε τίποτα. Πού να ήξερε ότι όχι μόνο τρώγαμε εμείς αλλά και η μαμά μου τάιζε και άλλους. Και αυτός ο χριστιανός που μετέφερε την κονσέρβα παρόλη την πείνα του και την ασιτία του, είχε τέτοια εντιμότητα και ευθύνη για αυτό που μετέφερε, ώστε μας παρέδωσε την "γόνδολα" σώα και αβλαβή. Ακόμα και στις πιο μαύρες μέρες της ανθρωπότητας πάντα υπάρχουν Άνθρωποι...


Η μαμά μου συγκινήθηκε που άκουσε ότι η μητέρα της ζει και είναι στο Βόλο και αποφάσισε να κάνει το ταξίδι για να την συναντήσει. Έπρεπε όμως κάποιος να προσέχει εμάς τα μικρά. Παρακάλεσε λοιπόν την συμπεθέρα της, την Πάσια, την θεία της ξαδέλφης μου της Βέβης να έρθει για λίγες μέρες να κάτσει στο σπίτι μας.Έτσι και έγινε. Η Πάσια κοιμότανε πάνω στο τραπέζι. Δεν είχαμε άλλο κρεβάτι. Η μαμά μου πήγε και γύρισε στον Βόλο με μία ζακέτα που της είχε πλέξει η γιαγιά μου η Ευγενία. Αυτή η ζακέτα, η Ευλογία της Μάνας, θα της έσωζε την ζωή στον βομβαρδισμό του μαγαζιού που ακολούθησε. Η γιαγιά μου πέθανε κατά την διάρκεια της Κατοχής και θάφτηκε στο νεκροταφείο της Νέας Ιωνίας του Βόλου και η μαμά μου δεν την ξαναείδε από τότε που της έδωσε την ζακέτα.


Στη διάρκεια της Κατοχής υποφέραμε πάρα πολλά. Είπα στην κόρη μου την Λίζα, που έγινε δασκάλα: Στην επέτειο του ΟΧΙ να μην επιμείνεις σε πομπώδεις εκφράσεις και τέτοια, καυτηριάζοντας την Γερμανική Κατοχή. Πατριώτες είμαστε και μάλιστα υπέρ του δέοντος. Αντί να τους μιλάς, να τους δείχνεις την ταινία "Το ξυπόλητο Τάγμα", για να καταλάβουν πώς επιβιώναμε εμείς τα παιδιά. Μετά να τους ζητάς να πάνε στους παππούδες και τις γιαγιάδες τους για να τους διηγηθούν την ιστορία τους, όσοι ζήσανε στην Κατοχή. Κάποιοι λοιπόν που θα έχουν ζήσει παρόμοιες καταστάσεις θα συγκινηθούν. Γιατί το έχει ανάγκη αυτό η νέα γενιά. Να μην είναι απάτριδες και να ευγνωμονούν όσους υπέφεραν για αυτούς. Κάποια στιγμή θα έρθει και η σειρά τους. Κάθε γενιά θα πληρώσει ένα βαρύ τίμημα για την Πατρίδα και το Έθνος. Μία ζωή απειλές από γείτονες και φίλους και προδοσίες πολιτικών. Ένας πατριώτης δεν θα βρεθεί κάποια στιγμή? Τους εχθρούς μας τους ξέρουμε....

 


Η ζακέτα. Η Ευλογία της Μάνας!!!


Μία μέρα που ήταν άρρωστη η Λιαλιούκα εγώ δεν πήγα σχολείο γιατί έπρεπε να την φυλάω. Ξαφνικά ξεκίνησαν και πάλι βομβαρδισμοί στο λιμάνι. Δύο αξιωματικοί έτρωγαν εκείνη την στιγμή στο εστιατόριο της αστυνομίας. Πήραν από το χέρι και την μαμά μου και ετοιμάστηκαν να φύγουν για να πάνε στο καταφύγιο. 


Όταν έφτασαν στην πόρτα και έπρεπε να ανεβάσουν τα ρολά, που τα είχανε κλειστά για να προφυλάσσονται από το λιντσάρισμα, η μαμά μου σκέφτηκε ότι ήταν ιδρωμένη από την κουζίνα και ότι θα κρύωνε. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια... 


Στην στριφτή σκάλα, σαν πατάρι που είχε το εστιατόριο, είχε την ζακέτα της. Γύρισε πίσω να την ξεκρεμάσει και να την φορέσει. Της την είχε πλέξει η μητέρα της, η Ευγενία, όταν είχε πάει να την δει στο Βόλο. Της είχε πει τότε:

-        "Βέτα πάρτην. Μπορεί να μην είναι καινούργια, αλλά είναι καθαρή και θα σε φυλάει όταν την φοράς".


Την ώρα που οι αξιωματικοί σήκωναν τα ρολά, μία οβίδα ξεστράτισε, άνοιξε ένα χάσμα μπροστά στο μαγαζί και τους σκότωσε.... Η ζακέτα της μητέρας της πραγματικά την είχε φυλάξει, την είχε σώσει. Ήτανε θέλημα Θεού. Από την έκρηξη της οβίδας σηκώθηκε κύμα από την θάλασσα και μπήκε μέσα στο μαγαζί που πλημμύρισε. Όταν τελείωσε το κακό, το εστιατόριο ήταν γεμάτο γυαλιά, σιδερικά και νερό από την θάλασσα. 


Τότε πήγε η μαμά μου και έκλεισε τα μάτια στους άτυχους τους αξιωματικούς. Παραλίγο να σκοτωνόταν και αυτή!!! Στην  συνέχεια σύρθηκε κάτω από το κενό που είχαν αφήσει τα ρολά, και έτρεξε για μία ακόμα φορά να δει τι είχαν γίνει τα παιδιά της. Τα δύο μικρότερα, γιατί η μεγαλύτερη η Σόνια, ήτανε πάλι στην ξαδέρφη μας την Βέβη, που έμενε στη Λαμπρινή.


Εν τω μεταξύ, εγώ σαν πιο μεγαλύτερη και με την  βοήθεια της Λιαλιούκας, τι ήμασταν εγώ εννέα και η Λιαλιούκα τεσσάρων, βάλαμε σε μία αλουμινένια σκάφη ένα-δύο πραγματάκια, τι θα μπορούσαμε να σηκώσουμε, και πηγαίναμε για μία ακόμα φορά στην θεία Αννίτσα προς τον Κορυδαλλό, στην οδό Ρούσβελτ. Για μία ακόμα φορά το σπίτι που είχαμε νοικιάσει είχε υποστεί ζημιές και για μία ακόμα φορά η καλή μας θεία Αννίτσα θα μας φιλοξενούσε και θα μας προστάτευε.


Η θεία μου η Αννίτσα σε νεαρή ηλικία.


Αιωνία της η μνήμη... Όμως αυτή ηρωίδα θεία μας μόλις είδε την καταστροφή του λιμανιού από μακριά, αμέσως σκέφτηκε τα παιδιά του αδελφού της. Τα παράτησε όλα και έκοψε δρόμο για να έρθει να μας αναζητήσει και να δει τι είχαμε απογίνει. Στα μισά του δρόμου μας βρήκε που ανεβαίναμε προς τον Κορυδαλλό και λίγο αργότερα συναντήσαμε και την μαμά μου που έτρεχε και αυτή λαχανιασμένη για να μας ψάξει. Μόλις συνάντησε και την νύφη της, την μαμά μου δηλαδή, αγκαλιαστήκαμε όλοι μαζί και κλαίγαμε γονατισμένοι ευχαριστώντας τον Θεό, που μας είχε προστατέψει για μία ακόμα φορά. Σε όλη μου την ζωή δεν έχω ξαναδεί κουνιάδα και νύφη να αγαπιούνται τόσο πολύ!!! Ούτε αδελφές!!! Αλλά και εμείς με τα ξαδέρφια μας.

 


Το σχολείο μου.

Το 21ο Δημοτικό του Πειραιά.

Ήτανε Παπαστράτου και Ρετσίνα. Τότε πήγαινα τρίτη δημοτικού. Έπαιρνα μαζί μου και την Λιαλιούκα. Δεν είχαμε να την αφήσουμε κάπου. Η δασκάλα μου η δεσποινίς Νίτσα (Ελένη) ήταν ανύπαντρη και καλοσυνάτος άνθρωπος. Έδειχνε κατανόηση. Όταν μας έδινε μουρουνόλαδο έδινε και στην Λιαλιούκα που καθόταν σαν Παναγίτσα, μην τυχόν και την διώξουν. Όταν βομβαρδίστηκε η περιοχή που μέναμε, γιατί οι βόμβες πέσανε στις γραμμές του τρένου της Πελοποννήσου, το οίκημα που στεγαζόταν το σχολείο μας κρίθηκε ακατάλληλο και μας μετέφεραν στο Τραχωματικό σχολείο, κοντά στους Αγίους Αναργύρους στην Κοκκινιά. Εκεί κόλλησα τότε εγώ ψώρα. Για να μου φύγει με ανέλαβε η Σόνια. Μου έβαζε μία μαύρη αλοιφή και μου φορούσε ένα μαύρο φόρεμα της γιαγιάς μου Σοφίας (μανάκας) για να μην λερωθώ και μετά με έλουζε. Αργότερα βομβαρδίστηκε και το σπίτι μας που νοικιάζαμε στου Κουφολούκα. Αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε στην θεία μου την Αννίτσα στην οδό Ρούσβελτ στον Κορυδαλλό. Εκεί πήγα τότε σχολείο για να μη χάσω χρονιά. Η μαμά μου με έγραψε στο ιδιωτικό σχολείο της Γαλιατσάτου και πήγα μαζί με την πρώτη ξαδέρφη μου, την Λένα.

 



Στη Ρούσβελτ


Η σπιτονοικοκυρά της θείας Αννίτσας δημιούργησε φασαρία γιατί εκείνη φιλοξενούσε κατά διαστήματα τα βομβόπληκτα ανίψια της. Τι να κάναμε? Εμείς φταίγαμε... Σιγά όμως που η θεία Αννίτσα θα την άκουγε..... Ήμασταν τα παιδιά του αδερφού της. Αγία γυναίκα, πάνω από όλα η οικογένειά της!!! Το σπίτι ήταν μικρό και στενάχωρο. Έμεναν εκεί: Η θεία Αννίτσα, η μητέρα της η Σοφία Ιωσηφίδου (η Σοφή Σολομών των Ποντίων, όπως την έλεγε ο παππούς μου ο Ιβάν Ιβάνοβιτς Κεσίσοφ- Ιωάννης Ιωάννη Παπαδόπουλος), που εμείς την φωνάζαμε Μανάκα, ο Μίσσας, η Λίζα, η Λένα, δηλαδή τα παιδιά της θείας Αννίτσας και εμείς όταν πηγαίναμε. Σύνολον εννέα άτομα.


Η γιαγιά μου είχε ζήσει στην Ρωσία σε αμύθητα πλούτη και στο τέλος της ζωής της έμενε να βιώσει την καταστροφή και τον όλεθρο της Γερμανικής Κατοχής. Πέθανε στην διάρκεια της Κατοχής και την θάψανε με το κάρο του δήμου…. Αυτήν που δεν ήξερε τι είχε στο Γκρόζνυ….


Το κάρο του Δήμου μεταφέρει νεκρούς στην Ανάσταση.


Εγώ με την ξαδέρφη μου την Λίζα, που ήτανε και αυτή προκομμένη και παλικάρι, πηγαίναμε και καθαρίζαμε κάτω από το γεφυράκι που υπήρχε στο τέλος της Ρούσβελτ, στην πλατεία Μέμου σήμερα, για να πηγαίνει η γιαγιά μας και να δροσίζεται από το κατακαλόκαιρο. Η νύφη της, η μαμά μου δηλαδή, η Βέτα (Ελισάβετ), πήγαινε και τις αγόραζε βύσσνιας (βύσσινα), που της άρεσαν και της θύμιζαν την πατρίδα της, την Χάρσερα της Αργυρούπολης στον Πόντο. Κι ας ήταν τότε πανάκριβα!!! 


Ένα μικρό διάστημα πήγα μαζί με την Λένα στο ιδιωτικό σχολείο της Γαλιατσάτου, που ήταν στο παλιό τέρμα του Κορυδαλλού. Εγώ ήμουν άριστη στα μαθηματικά, καλή στα ελληνικά, αλλά δεν τα κατάφερνα καθόλου καλά στην γεωγραφία και στα καλλιτεχνικά. Μέχρι σήμερα αγεωγράφητη  είμαι. Μπορεί να ρωτήσω αν η Λαμία είναι στην Πελοπόννησο και κάποιος να γελάει μαζί μου… 


Μία μέρα εκεί όμως η δασκάλα μας έδωσε ένα πρόβλημα να το λύσουμε. Ενώ τα υπόλοιπα παιδιά πάσχιζαν να το λύσουν εγώ έγραψα στην κόλλα ότι το πρόβλημα δεν λύνεται γιατί η εκφώνηση είναι λάθος!!! Αμέσως το έδωσα στη δασκάλα μου, αυτή το είδε και κατάλαβε ότι είχα δίκιο. Με επαίνεσε σε όλη την τάξη για την ικανότητα μου στα μαθηματικά. Και συχνά-πυκνά έλεγε στην ξαδέρφη μου την Λένα που ήταν άριστη στα φιλολογικά και συμμαθήτριά μου:

-        "Βρε Ιωσηφίδου, δεν βλέπεις την ξαδέρφη σου πώς τα καταφέρνει στα μαθηματικά  να της μοιάσεις?"

 

Η Λένα έγινε δασκάλα και μάλιστα από τις καλύτερες. Η υπομονή της με τα παιδιά, η ευγένεια της και η μεταδοτικότητα της είναι παροιμιώδης. Η καλύτερη δασκάλα, μας έλεγαν τα παιδιά που είχαν περάσει από τα χέρια τους. Μεταξύ μας όμως ποτέ δεν λειτουργήσαμε ανταγωνιστικά. Σαν αδέλφια μεγαλώσαμε στο ίδιο σπίτι. Υπήρχε μεγάλος δεσμός στην οικογένεια. Ακόμα και όταν μεγαλώσαμε και παντρευτήκαμε, στο οικόπεδο που αγοράσαμε στην Πεντέλη υπήρχε μία μεγάλη παράγκα. Κάναμε διακοπές εκεί για χρόνια μαζί με την Λένα, την Λίζα, τους άντρες και τα παιδιά τους, μαζί με μένα, τον Στάθη και τα παιδιά μας.


 

Η σκύλα μας η Λίζα.


Η θεία Αννίτσα δούλευε σε ένα εργοστάσιο στα Καμίνια δίπλα στον Άγιο Ελευθέριο. Ήτανε σαπωνοποιία. Η μαμά μου έφερνε τρεις φορές την βδομάδα αποφάγια από το μαγειρείο και εγώ τα πήγαινα στο εργοστάσιο για να ταΐσω την σκύλα, την Λίζα. Έτσι την έλεγαν. Όταν με έβλεπε έκανε χαρές. Ήξερε ότι θα φάει το ζωντανό. Εγώ τότε την θεωρούσα δική μου. Έτσι εξοικονομούσαμε μία πλάκα σαπούνι για την λάτρα της βδομάδας. Ο φύλακας με ήξερε. Καλοσυνάτος άνθρωπος και με υποδεχόταν παίζοντας ακορντεόν.



Τα κλεμμένα….


Μία μακρινή συγγενής μας που έμενε κοντά μας δούλευε τότε στην Κοπή, που ήταν το εργοστάσιο ιματισμού και το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Οι Πόντιες που είχαν έρθει σαν και εμάς από τη Ρωσία οι πιο πολλές ήταν μορφωμένες και όλες είχανε πάει σχολείο. Στο σχολείο τους στην Ρωσία από το δημοτικό διδάσκονταν μετά την μητρική τους γλώσσα, την ρωσική, τα γερμανικά. Και επειδή ήξεραν καλά την γερμανική γλώσσα, στα εργοστάσια που λειτουργούσαν οι Γερμανοί φυσιολογικό είναι να τις βάζουνε σε καλά πόστα. Αυτή λοιπόν έκλεβε από το εργοστάσιο κονσέρβες, υφάσματα και ότι άλλο μπορούσε τέλος πάντων. Η γυναίκα που ήταν φύλακας στην έξοδο και έψαχνε τις εργάτριες την άφηνε, γιατί αυτή είχε καλή θέση στο εργοστάσιο. Πήγαινε λοιπόν και τα έκρυβε όχι στο σπίτι της, αλλά στο σπίτι της θείας Αννίτσας.


Μία μέρα που εγώ και η ξαδέλφη μου η Λένα ενώ  παίζαμε στο δρόμο, είδαμε από μακριά Γερμανούς να κάνουνε μπλόκο και να ψάχνουνε από σπίτι σε σπίτι. Εγώ πάντα ήμουνα σε εγρήγορση. Ήμασταν στην Αθηνάς έξω από το φούρνο του Στεργίου. Κατάλαβα τον κίνδυνο ότι αν  έβλεπαν οι Γερμανοί τα δικά τους πράγματα στο σπίτι μας, θα καταλάβαιναν ότι ήταν κλεμμένα και θα μας εκτελούσαν!!! Έτρεξα στο σπίτι με σβελτάδα, άρπαξα ένα καλάθι, έβαλα μέσα ότι βρήκα, τα σκέπασα με μία κουρελού  και πιάσαμε το καλάθι από τα χερούλια με την Λένα και βγήκαμε έξω τάχα μου ότι παίζαμε κουνώντας το καλάθι τραγουδώντας σαν να είχαμε μέσα κανένα μωρό. Λα, λα, λα... Μετά πήγαμε στο σπίτι μιας άλλης συγγενούς μας που είχε ένα πηγάδι στην αυλή της και τα ρίξαμε μέσα. 


Αυτό το κάναμε αρκετές φορές και προλάβαμε να τα μεταφέρουμε όλα. Στο τελευταίο δρομολόγιο όμως οι Γερμανοί είχανε μπει στο σπίτι μας και βρήκαν την Μανάκα (την γιαγιά μας), την Σόνια (την αδελφή μου) και την Λίζα (την ξαδέλφη μου). Ο Μίσσας τότε έκανε τον λουστράκο στον Πειραιά και έλειπε. Ψάχνοντας οι Γερμανοί στο σπίτι βρήκαν τα μαχαιροπήρουνα που είχαμε φέρει από την Ρωσία που ήταν ανοξείδωτα και αριστοκρατικά. Έμοιαζαν με ασημένια. Βαριά, καμία σχέση με αυτά τα φτηνιάρικα που είχαν τότε στην Ελλάδα. Στην λαβή τους όμως δυστυχώς είχανε χτυπημένο το σφυροδρέπανο!!!


Μόλις τα είδαν οι Γερμανοί λύσσαξαν. Φώναζαν, ούρλιαζαν, απειλούσαν, μην μπορώντας να συνδυάσουν πως είχανε βρεθεί εκεί αυτά. Μόνο ένας Γερμανός έδειχνε να λυπάται την Μανάκα. Τότε εγώ που δεν ήξερα γερμανικά προσπάθησα με παντομίμα να τους εξηγήσω ότι ήμασταν από την Ρωσία και δεν είχαμε άλλα. Σιγά-σιγά ηρέμησαν και έφυγαν από το σπίτι. Έτσι ήμουν από μικρή. Το παλικάρι του σπιτιού. Ατρόμητη, αποφασισμένη για όλα για να επιβιώσουμε. Και τι ήμουνα!!! Δεκάχρονο παιδί... Πως κατάλαβα τότε τον κίνδυνο και ενήργησα έτσι...


Όταν επέστρεψαν όμως από την δουλειά η θεία Αννίτσα και η μαμά μου, πήγανε και βρήκανε αυτή την συγγενή τους και της τα ψάλλανε για τα καλά που εν αγνοία τους έκρυψε στο πλυσταριό μας τα κλεμμένα πράγματα. Μόνο εγώ τα είχα ανακαλύψει...



Η νερομάνα


Νερό δεν είχαμε σπίτι και έπρεπε να κατέβουμε στην Πέτρου Ράλλη εκεί που σήμερα είναι η τεχνική σχολή Ηράκλειτος να μαζέψουμε νερό, μιας και οι μητέρες μας έλειπαν στην δουλειά. Παίρναμε δύο κουβάδες, στηνόμασταν  στην ουρά,  εγώ τους φύλαγα και η Λένα πάντα έπιανε την κουβέντα με όσους ήταν εκεί. Ψυχούλα, πολύ ευαίσθητη και κοινωνική ήταν από μικρή, έτσι και παρέμεινε και ως μεγάλη. Τι ήτανε και αυτή. Δεκάχρονο παιδί σαν και μένα που αντί να παίζει έπρεπε να πηγαίνει και να μαζεύει νερό. Εγώ αντιθέτως ήμουνα πάντα υπεύθυνη και παλικάρι. Γέμιζα ξανά και ξανά τους κουβάδες, τους μετέφερα έναν-έναν είκοσι μέτρα, γύριζα και έπαιρνα τον επόμενο και κοιτούσα πάντα να μην υπάρχει κανένας γύρω μου για να μην μου κλέψει τους κουβάδες. 


Με αυτό τον τρόπο τους πήγαινα στο σπίτι. Αραιά και που επέστρεφε και η Λένα στο σπίτι με κανένα κουβά. Οι πιο μεγάλες, δηλαδή η αδελφή μου η Σόνια και η ξαδέρφη μου η Λίζα, φρόντιζαν το σπίτι. Το καθάριζαν και μαγείρευαν. Νοικοκυρά σαν την Λίζα δεν υπήρχε άλλη!!! Είχε πιάσει δουλειά στο υφαντήριο του Καρέλλα στο Φάληρο και ήταν πολύ εργατική. Η καλύτερη εργάτρια που έπαιρνε πάντα επαίνους και "αστεράκια" για την εργατικότητα της. Εκεί την γνώρισε ο Γιώργος, που ήταν εργοδηγός, την ερωτεύτηκε και αργότερα την παντρεύτηκε. Ένας εξαιρετικός άνθρωπος…

 

  Σαράντα δράμια ψωμί.... 


Επειδή η θεία Αννίτσα έμενε αρχικά στη Δραπετσώνα, το  ψωμί με το δελτίο έπρεπε να το παίρνει από τον φούρνο του Σαββίδη, στην Κανελλοπούλου στην Δραπετσώνα. Ο φούρναρης ήταν μάλιστα και συγγενής μας.

 

Εκεί σε αυτό το τετράγωνο  βρισκόταν παλιά ο φούρνος.


Η οικογένεια του είχαν προλάβει να φύγουν πριν τις Σταλινικές διώξεις, είχαν φέρει μαζί τους χρυσά ρούβλια και είχαν αγοράσει ολόκληρο τετράγωνο με φούρνο και οικήματα που νοίκιαζαν. Όταν μας καλούσαν στο σπίτι τους για φαγητό, η μαμά μου μας τάιζε από πριν για να μην λένε ότι τα ορφανά πέφτουν πάνω στο φαγητό χωρίς τρόπους!!! Έπρεπε λοιπόν να φεύγουμε από τον Κορυδαλλό διαμέσου της Πέτρου Ράλλη και της οδού οκτώ (σημερινή Παναγή Τσαλδάρη) στην Νίκαια, μετά κατηφορίζοντας στον Άγιο Διονύση και στην συνέχεια στην Δραπετσώνα, να φτάσουμε στο φούρνο για να πάρουμε σαράντα δράμια ψωμί ανά άτομο. Δηλαδή για τα πέντε άτομα της οικογένειας της αντιστοιχούσαν διακόσια δράμια. 


Παρόλη την πείνα τους το έκαναν καθημερινά αυτό το δρομολόγιο μόνο και μόνο για το ψωμί γιατί από φαγητό πάντα κάτι υπήρχε. Το ψωμί του Σαββίδη ήτανε πάντα φρεσκοψημμένο και μοσχοβολούσε. Το κρύβαμε καλά για να αποφύγουμε τα ντου, το φέρναμε στο σπίτι και το μοιραζόμαστε στο φαγητό μας. Στην Ρούσβελτ  πάντως μείναμε λιγότερο από χρόνο.


 

Η περιπλάνηση μου στα σχολεία.

Στον Πειραιά από τότε που ξεκίνησα το σχολείο, το άλλαξα οχτώ φορές. Το πρώτο σχολείο που πήγα στην Ελλάδα ήταν στην Βρυώνη στο Χατζηκυριάκειο, που βομβαρδίστηκε και καταστράφηκε και μετά πήγα στο 21ο στη περιοχή της Λεύκας (Παπαστράτου και Ρετσίνα). Θυμάμαι την διευθύντρια μας την κυρία Νίτσα (Ελενίτσα), που ήταν ελεύθερη και έμενε στην Κολοκοτρώνη στο κέντρο του Πειραιά. Και αυτό όμως βομβαρδίστηκε και πήγα στο Τραχωματικό που ήταν στον Καραβά και ήταν για τα τραχωματικά (πάθηση των ματιών) παιδιά και  για αυτά που είχαν ψώρα. 


Μετά πήγα στον Κορυδαλλό στο ιδιωτικό σχολείο της Γαλιατσάτου μαζί με την ξαδέρφη μου την Λένα. Εκεί έμεινα λίγο και μετά γράφτηκα στο ιδιωτικό σχολείο της Κατρανίδου στα Καμίνια. Η δασκάλα ήταν Πόντια από την Ρωσία, η κυρία Αμαλία, που είχε και άλλο ιδιωτικό σχολείο στα Ταμπούρια, αν θυμάμαι καλά κοντά στην Καραολή και Δημητρίου, πίσω από το σπίτι της κυρά Βάσως όπου μέναμε όταν παντρεύτηκα. Μετά πήγα στου Μπουρούνη και το τελευταίο σχολείο, από όπου και τελείωσα το δημοτικό, ήταν το 7ο.


Ήτανε παλιό αρχοντικό. Πραξιτέλους και Βασιλέως Γεωργίου γωνία. Στο ισόγειο του κτιρίου ήτανε το γαλακτοπωλείο του Μπούτου, μία φαρδιά κυκλική σκάλα οδηγούσε στον πρώτο όροφο που στεγαζότανε το σχολείο που πήγαινα. Το 7ο δημοτικό σχολείο όταν έκλεισε μετακινήθηκε στου Μπουρούνη και  ήταν πλέον το 38ο δημοτικό σχολείο.

 


Επιστροφή στην Κόνωνος.

Όταν πήγαινα στου Κατρανίδη μέναμε στην Κόνωνος, αλλά όχι στο παλιό μας σπίτι που είχε βομβαρδιστεί. Μέναμε σε μία αποθήκη που μας είχε πάρει κοντά της η Αγία Πόρνη, η Κατίνα. Ήτανε Κόνωνος και Ρετσίνα. Εκεί παλιά συγκεντρώνονταν τα καπνά από όλη την Ελλάδα. Ακριβώς κάτω από την αποθήκη ήταν το καταφύγιο.

 

 

Ο χώρος που βρισκόταν η αποθήκη.


Στο καταφύγιο που μας είχε στεγάσει η Κατίνα μπαινοβγαίναμε ανάλογα με την σειρήνα που χτυπούσε. Μπερδευόμαστε  και δεν ξέραμε αν ήταν για να βγούμε ή για να μπούμε. Αυτή η περιοχή βομβαρδιζόταν πάρα πολύ, γιατί ήτανε κοντά τα τρένα και το λιμάνι. Πού να το σκεφτούμε όμως εμείς τότε!!!

 


Στην Πραξιτέλους.

Η καινούργια  γειτονιά και οι γείτονες μας.


Αφού όμως επιβιώσαμε στο καταφύγιο για κάποιο χρονικό διάστημα έπρεπε να πάμε κάπου για μόνιμα. Έπρεπε να μετακινηθούμε, κάπου να νοικιάσουμε και να μείνουμε. Η μαμά μου κοίταξε τότε να συνδυάσει το σπίτι να είναι κοντά στο σχολείο, και να μπορεί να πληρώνει το νοίκι. Έτσι βρήκε μία υπόγεια αποθήκη, πολύ βρώμικη στην οδό Πραξιτέλους τον αριθμό 119. Το σπίτι αυτό το είχε επιτάξει η αστυνομία γιατί τότε προστάτευε τους βομβόπληκτους.


Σήμερα στην θέση του έχει κτιστεί πολυκατοικία


Λόγω της κατάστασης είχε αυτό το δικαίωμα να επιτάσσει σπίτια τα οποία ήταν άδεια και να στεγάζει ανθρώπους. Πραξιτέλους και Τσαμαδού γωνία ήταν ο φούρνος του Παπανικολάου. Δίπλα ήταν το εστιατόριο του Κοντιζά. Στην γωνία Ναυάρχου Μπήττυ και Πραξιτέλους ήταν το ψιλικατζίδικο του Πρόδρομου. Δίπλα σε κάτι παραγκόσπιτα έμενε η θεία μου η Παρθένα.


Απέναντι στην γωνία λειτούργησε η Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά το 1958.


Η παλιά Βιομηχανική Σχολή


 

Δίπλα της ήταν το 42ο δημοτικό σχολείο. Το 42 δημοτικό σχολείο στην διάρκεια του Εμφυλίου λειτούργησε σαν Τραχωματικό. Ήτανε ένα παλιό αρχοντικό, απέναντι από τον φούρνο του Εξάρχου, που λειτουργεί μέχρι σήμερα και βγάζει εξαιρετικό ψωμί.  



 

-        Απέναντί μας έμενε η οικογένεια Γουναλάκη. Η Μαρίνα ήταν παντρεμένη. Πολύ ωραία γυναίκα και πολύ νοικοκυρά. Δεν έδινε δικαίωμα σε κανέναν. Ο άντρας της ήταν αριστερός. Επειδή ένας γείτονας μας την "λιμπίστηκε" αλλά αυτή δεν ενέδιδε, ένας χαφιές, σιγά μην δεν υπήρχαν και τέτοια κτήνη στην Κατοχή πρόδωσε τον άντρα της και τον εκτέλεσαν με την προοπτική να  της ριχτεί πιο εύκολα. Αυτή παρόλο τον πόνο της έβαλε τα μαύρα και στάθηκε κυρία μεγαλώνοντας τον γιο της, που αν θυμάμαι καλά τον λέγανε Νικόλα.

 

-        Όταν πήγαινα στο δημοτικό του Μπουρούνη είχα μία συμμαθήτρια που τη λέγανε Αμαλία Λεοντακιανάκου. Έμενε στην Υψηλάντους. Η οικογένεια της με αγαπούσε πάρα πολύ  και ήθελαν να πηγαίνω σπίτι τους και να διαβάζουμε μαζί. Ο πατέρας της ήταν μεγάλος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Η αυλή του σπιτιού τους ήταν πολύ ωραία, στρωμένη με ωραίες μαύρες και άσπρες πλάκες. Ο πατέρας της είχε μέσα σε ένα μνήμα έναν ασύρματο στα χρόνια της Κατοχής (όταν ήταν οι Γερμανοί), και επικοινωνούσε με την Μέση Ανατολή. Κάποιος τον πρόδωσε που τον είχε δει και ειδοποίησε τους Γερμανούς, οι οποίοι τον πιάσανε επ’ αυτοφώρω και τον εκτέλεσαν την ώρα που μιλούσε στον ασύρματο. Η οικογένεια του δεν ήξερε τίποτα. Κάποια στιγμή βάλανε την προτομή του στην αυλή του μοναστηριού της Φανερωμένης στην Σαλαμίνα. Νομίζω ότι και ο γιος του έγινε αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού.

 

-        Στην Πραξιτέλους στον αριθμό 117, έμενε η Κουλουριώτισα, η Λεμονιά Σκλαβούνου. Μας αγαπούσε πάρα πολύ, παρόλο που αυτοί είχανε την σειρά τους και εμείς ήμασταν φτωχοί. Ο άντρας ήταν καπετάνιος, και τα αγόρια της το ίδιο. Είχε μια κόρη, την Πολυτίμη, η οποία ήταν λίγο πιο μικρή από μας. Μας αγαπούσε τόσο πολύ ώστε αργότερα η Σόνια μας βάφτισε την κόρη της Λεμονιά, που ζει τώρα στην Σαλαμίνα. Την είχε παρακαλέσει να γίνουνε κουμπάρες, λέγοντας της:

"Σόνια μόνο βάφτισε την εσύ και όλα τα έξοδα θα τα κάνω εγώ",

γνωρίζοντας την οικονομική μας κατάσταση. Η Σόνια ήταν αξιαγάπητη σε όλους ανέκαθεν. Τραγουδούσε, έπαιζε θέατρο, πολύ ταλαντούχα. Τελείωσε και την τρίτη τάξη στο γυμνάσιο του Παπατζανάκη. Ήτανε  άριστη μαθήτρια.

Στο 115 έμενε η οικογένεια Φριντζήλα.

 

Σήμερα στο σημείο αυτό υπάρχει πολυκατοικία.


 

Ο αξιολάτρευτος κύριος Νικόλας. Ο Άγιος Νικόλας των φτωχών παιδιών.

Κάποτε στην Μάνη ήταν ένας ναυτικός. Ο καπετάν Γιώργης Φριντζήλας. Πήγε λοιπόν στις Σπέτσες για να φτιάξει ένα καΐκι. Εκεί γνώρισε τον καραβομαραγκό και μαζί με το καΐκι που του έφτιαξε πήρε και την κόρη του Μαγδαληνή. Έμενε στο παλιό λιμάνι του νησιού. Έκανε μαζί της οκτώ παιδιά. Τα τελευταία του ήταν ο Βαγγέλης και ο Νίκος.

Ο Νίκος γεννήθηκε το 1902. Ήτανε πολύ καλός ναυτικός. Μαζί με τον αδελφό του πουλήσανε το παλιό ξύλινο καΐκι του πατέρα τους και αγοράσανε μετά το '35 ένα σιδερένιο και το κάνανε φορτηγό. Το ονόμασαν "Μπουμπουλίνα", αλλά αυτό έκαιγε κάρβουνο. Μετά το είχαν μετατρέψει σε ντήζελ, αλλά ήταν πολύ δαπανηρό για την εποχή και έτσι αναγκάστηκαν να το πουλήσουν, οπότε μπήκανε σε μεγάλο χρέος. Επειδή ο κύριος Νικόλας ταξίδευε συνέχεια από πριν με το ξύλινο παλιό καΐκι του στην Λευκάδα, είχε γνωριμίες εκεί. 


Πήγε λοιπόν στην Λευκάδα το ‘34 και ζήτησε από μία φουρνάρισσα να του βρει μία κοπέλα για να παντρευτεί. Και βρήκανε μία ορφανή κοπέλα, που την λέγανε Πηνελόπη, η οποία  όμως είχε προίκα. 100.000 δραχμές την εποχή εκείνη!!!  Ήρθε λοιπόν ο κύριος Νικόλας στον Πειραιά να ξεχρεώσει τα χρέη του. Έφερε και την γυναίκα του προς το τέλος του ‘35 και νοίκιασαν ένα σπίτι. Κουντουριώτου και Τσαμαδού. Εκεί γεννήθηκε η κόρη του η Λιλίκα, η φίλη μου. Τα καλοκαίρια πήγαινε με την γυναίκα του και τις κόρες του στις Σπέτσες.  


Πριν έρθει ο πόλεμος σηκωθήκανε και πήγανε στην Σύρο στο ναυπηγείο του Μαυρίκου και αγόρασαν ένα ξύλινο καινούργιο καΐκι. Παραμονές του πολέμου το έφερε ρυμουλκούμενο στον Πειραιά. Το ονόμασαν "Χελιδών", όπως λέγανε και το πρώτο καΐκι τους. Όταν μπήκανε στον Πειραιά οι Γερμανοί το κατέσχεσαν και το βάλανε να πηγαινοφέρνει κάθε πρωί εργάτες από τον Πειραιά στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Καπετάνιος του ήταν ο κύριος Νικόλας. Του δώσανε και μία κάρτα ελευθέρας, διότι δούλευε σε γερμανική υπηρεσία. Κάποια στιγμή έμεινε άνεργος, γιατί οι γερμανοί τον έδιωξαν, αλλά το καΐκι του το κατέσχεσαν.


Όταν πήγαινε το καΐκι με τους εργάτες στην Σαλαμίνα, τον επέβλεπε ένας Αυστριακός αξιωματικός, νέος σε ηλικία γύρω στα 25, ψηλός, όμορφος και μορφωμένος. Μιλούσε αρχαία ελληνικά. Πολύ ευγενικός άνθρωπος. Πολλές φορές έδειχνε την φωτογραφία της γυναίκας του και του παιδιού του στον κύριο Νικόλα. Μαζί του είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση. Τον εκτιμούσε... Ακόμα και στην διάρκεια του πολέμου δύο «εχθροί» μπορεί να εκτιμούν ένας τον άλλον. Μία φορά μάλιστα τον είχε καλέσει στο σπίτι του  και είχανε φάει μαζί.


Στη γωνία Τσαμαδού και Πραξιτέλους ήταν ένας δερματολόγος γιατρός, νομίζω Μηλιώτη τον λέγανε και είχε παντρευτεί μία συγγενή του κυρίου Νικόλα. Κάποια στιγμή πήγε στον γιατρό ένας Γερμανός και του έκανε ένεση. Άγνωστο γιατί, ο Γερμανός πέθανε. Οι Γερμανοί τον βάλανε στην λίστα για να εκτελεστεί. Το έμαθε ο κύριος Νικόλας, πήγε στην Καλλιθέα στο σπίτι του Αυστριακού και του το είπε. Ο Αυστριακός άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και έβγαλε ένα χαρτί, που ήτανε ονόματα  Ελλήνων προς εκτέλεση. Πρώτο από όλα τα ονόματα ήτανε του Μηλιώτη του συγγενή του. Έτσι σώθηκε ο γιατρός!!!


Επειδή υπήρχε πείνα και αυτός δεν είχε δουλειά γνώριζε κάποιον Σταματέκο, έμπορο ξυλείας, μεγάλο άνθρωπο που είχε στην Τερψιθέα μία μεγάλη αποθήκη με ξύλα. Γύρω στο '42 του έδωσε ένα καΐκι μαζί με έναν ναύτη και του είπε να πηγαίνει στην επαρχία για να φέρνει φαγώσιμα και να δίνει και σε αυτόν. Έτσι ο κύριος Νικόλας έφτανε μέχρι τον Τυρό και αγόραζε ότι πράγματα έβρισκε. Λάδι, σιτάρι, σταφίδες, κ.α.


Το καΐκι του που του είχαν κατασχέσει οι Γερμανοί κάποια στιγμή το φόρτωσαν και το στείλανε στην Κρήτη. Στην διαδρομή όμως το βομβάρδισαν οι Άγγλοι μαζί με άλλα  και αυτό κατέφυγε στο λιμάνι της Σερίφου. Το πέτυχαν όμως και βυθίστηκε μέσα στο λιμάνι. Εκεί βρισκόταν επί οκτώ μήνες. Ο γαμπρός του, της αδερφής του ο άντρας λεγότανε Κυριακίδης και ήτανε από το Κιμέρι. Πολίτης. Του έδωσε λεφτά, το φέρανε ρυμουλκούμενο στο Πέραμα, το φτιάξανε και πήρε και αυτός το 40% του καϊκιού… Αυτό έγινε στην διάρκεια του Εμφυλίου.


Εγώ ήμουνα πολύ καλή στα μαθηματικά. Πήγαινα στο σπίτι της Λιλίκας και της έλυνα τα προβλήματα, μιας και ούτε η μαμά της ήξερε γράμματα. Πάντα όταν πήγαινα η μαμά της φρόντιζε να παίρνει τυρόπιτες και γάλα από το γαλακτοπωλείο του Μπούτου για να με περιποιηθεί. Αργότερα σε μεγαλύτερες τάξεις στην Λιλίκα έκανε μαθηματικά ένας δάσκαλος.  Με την Λιλίκα διατηρούσαμε επαφές μέχρι να φύγω για το μεγάλο ταξίδι.


Ο κύριος Νικόλας μάζευε Χριστούγεννα και Πάσχα τα φτωχά παιδιά της γειτονιάς και τους έπαιρνε παπούτσια. Κάποιες Κυριακές μας πήγαινε βόλτα με το καΐκι του, που το άραζε στο Πασαλιμάνι. Ο κύριος Νικόλας πέθανε το 1984.



Μια τέτοια μέρα διασώθηκε μέσω της φωτογραφίας στην μνήμη μου. Ο κύριος Νικόλας έχει αγοράσει παπούτσια στα φτωχά παιδιά της γειτονιάς (μέσα στον κύκλο η Λιαλιούκα). Φαίνεται και το σακί που είχε μέσα τα παλιά παπούτσια. Ο σεμνός χριστιανός κύριος Νικόλας μόλις που διακρίνεται. Δίπλα του η κόρη του και φιλενάδα μου Λιλίκα.


Είμαι σίγουρη ότι όταν ο κύριος Νικόλας έφυγε για το Μεγάλο Ταξίδι, ο Ουρανός τον περίμενε με ανοικτές αγκαλιές.

 


Η ζωή μας στο υπόγειο.


Αν θυμάμαι καλά το σπίτι αυτό το νοικιάσαμε τέλη του 1943, με αρχές του 1944. Ήταν μία υπόγεια αποθήκη ιδιοκτησίας του Φράγκου, που  ήταν χωμένη κάτω από το επίπεδο του δρόμου περίπου δύο μέτρα και στην οποία έμελλε να κάτσουμε για πολλά χρόνια. Κατεβαίναμε έξη με επτά σκαλάκια κάτω από το πεζοδρόμιο για να μπούμε στο σπίτι μας.


Η είσοδος του αρχοντικού μας. Η Λίζα στην αγκαλιά της Σόνιας.



Δεν είχε αποχέτευση. Τα νερά από την λάντζα που κάναμε τα μαζεύαμε σε ένα κουβά και τα πετάγαμε έξω στον δρόμο. Δεν θυμάμαι όμως ποιός άλλος το έκανε, μάλλον η πιο προκομμένη, δηλαδή εγώ.


Το σπίτι δεν είχε ρεύμα, ήταν υγρό. Είχε δύο δωμάτια ένα μπροστά τρία μέτρα επί τρία και ένα πίσω πιο μικρό δύο επί δύο που ίσα -ίσα χωρούσε ένα κρεβάτι. Στο πίσω μέρος του υπήρχε ένας μικρός χώρος που τον κάναμε κουζίνα και εκεί μαγειρεύαμε. Δεν είχε νεροχύτη. Και όμως. Αυτή την παλιά αποθήκη την καθαρίσαμε για τρεις μέρες, την ασπρίσαμε και η νοικοκυρά η μάνα μου την έκανε κούκλα. Και το φτωχόσπιτο  έγινε το αρχοντικό μας!!! Ποιος δεν πέρασε από εκεί και δεν φιλοξενήθηκε… Όμως δεν ήμασταν μόνοι μας. Ήταν ολόκληρο συγκρότημα. 


Για όλο το συγκρότημα υπήρχαν δύο τούρκικες τουαλέτες κοινές για όλους έξω στην αυλή και ένα πλυσταριό. Το οικόπεδο είχε δύο εισόδους, μία από την είσοδο του υπογείου μας και μία από την αυλή πριν την είσοδο μας. Στο πίσω μέρος του σπιτιού μας υπήρχανε πάλι σκαλοπάτια για να βγούμε στην αυλή που ήταν σε ψηλότερο επίπεδο. Για να μην πλημμυρίζουμε κάθε φορά που έβρεχε η μαμά μου είχε φτιάξει σε ένα σιδερά ένα τρίγωνο και όταν έβρεχε σκεπάζαμε με αυτό τα σκαλιά. Έτσι τα νερά της βροχής τρέχανε στην αυλή και από κει στο δρόμο. 


Επίσης στα μπροστινά σκαλιά του σπιτιού μας, υπήρχε μία τρύπα που κατέληγε στον υπόνομο του δρόμου. Όταν έβρεχε ανοίγαμε την τρύπα και τα νερά της βροχής κατέληγαν εκεί. Το υπόλοιπο διάστημα κλείναμε την τρύπα αυτή με ένα πανί για να μη μυρίζει.


Η μαμά μου εκείνη την εποχή δούλευε στο μαγειρείο της αστυνομίας,  που είχε ανοίξει ξανά μετά την καταστροφή του από έναν βομβαρδισμό. Στεγαζόταν τότε Βασιλέως Γεωργίου γωνία με Πραξιτέλους. Απέναντι ήταν το μαγειρείο χορτοφάγων του Μπούτου. Όλα τα πράγματα που είχαμε στην Κόνωνος είχαν καεί. Μόνο ένα ξύλινο παλιό τραπέζι, κάτι κουβέρτες και ένα πάπλωμα είχανε σωθεί. Σιγά-σιγά αγοράσαμε από τα παλιατζίδικα ένα στενό σιδερένιο στρατιωτικό κρεβάτι, και κάποια άλλα πράγματα και φτιάξαμε το σπίτι μας. Εκείνο τον χειμώνα έκανε πολύ κρύο και υποφέραμε. Όλοι καίγανε πόρτες, παράθυρα κλπ. Ότι έβρισκαν. Εμείς τότε κάψαμε τα παντζούρια από το παράθυρο. Το πάτωμα ήταν ξύλινο αλλά είχε τρύπες και η μαμά μου το μπάλωσε με κάτι ξύλα που μάζεψε από ψαροκασέλες.

 


Οι συγκάτοικοι μας.

-    Πάνω από το υπόγειο μας έμεινε η οικογένεια της Αντίκλειας Ευαγγελάτου. Είχε δύο κόρες και δύο αγόρια. Τον Στέλιο, που αργότερα έγινε γαμπρός μας, γιατί παντρεύτηκε την αδερφή μου την Σόνια, τον Κώστα, καμία σχέση με τον αδερφό του, πολύ αξιοπρεπής σαν άνθρωπος, την Ελένη και την Μαρίκα.

 

-   Μέσα στην αυλή έμενε και η κυρία Άννα Αργουδέλη, με εφτά ή οχτώ παιδιά. Νομίζω τα θυμάμαι. Την Ματούλα, τον Τζαννή, τον Γιάννη, την Βάσω που ήταν νάνος η καημένη, αλλά πολύ καλός άνθρωπος, την Φραντζέσκα, τον Αντώνη, τον Πέτρο, και τον Κώστα. Ο άντρας της ήτανε από την Μύκονο, ενώ αυτή ήτανε από την Σύρο. Το συγκρότημα ήταν δίδυμο, δηλαδή όμοιο σπίτι με αυτό που ήτανε στον αριθμό 117.

 

-     Στην αυλή του οικοπέδου  η σπιτονοικοκυρά, η κυρία Λούλα, που είχε παντρευτεί εν τω μεταξύ τον κύριο Χαράλαμπο Δαμιανάκη, έκτισε ένα δωμάτιο και μία κουζίνα και έμεναν εκεί.


Ο κύριος Χαράλαμπος με την οικογένεια του μπροστά στο σπιτικό του.

 

-        Ο κύριος Χαράλαμπος ήταν αριστερός, εξαιρετικός άνθρωπος, έκανε μαθήματα Αγγλικών στην Σόνια πριν πάει στην Αμερική χωρίς να της πάρει λεφτά. Απέκτησε αργότερα δύο αγόρια, τον Νίκο που σπούδασε μαθηματικός και τον Κώστα, που έγινε παιδίατρος και διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον γιο μου Βασίλη μέχρι σήμερα. Όλοι μαζί πρέπει να ήμασταν καμιά εικοσαριά άτομα το λιγότερο. Όλοι χρησιμοποιούσαμε τις δύο κοινές τουαλέτες πού βούλωναν τακτικά και το πλυσταριό, όπου κάναμε την λάτρα μας.


Τότε τραβήξαμε πολύ φτώχεια, γιατί πριν φύγουν ακόμα οι Γερμανοί είχε κορυφωθεί η Αντίσταση, και επικρατούσε πολεμικό κλίμα. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ξεκίνησε ο Εμφύλιος.

 


Ορφανή αλλά τίμια...


Η σπιτονοικοκυρά της  θείας Παρθένας, η Άννα Τσούχλου, έμενε πολύ κοντά στο σπίτι  της και ζήτησε κάποια να της καθαρίσει το σπίτι. Εγώ ήμουνα πάντα πολύ προκομμένη για θελήματα. Έτσι πήγα να της σφουγγαρίσω το ξύλινο πάτωμα. Αυτή μου έδωσε ένα σφουγγαρόπανο, βούρτσα, και έναν κουβά με νερό. Τότε εγώ ήμουνα πολύ αδύνατη, σαν σπαρματσέτο. Σκοπίμως άφησε επάνω στο τραπέζι χρυσαφικά, και είχε αφήσει ανοιχτό τον καθρέφτη της ντουλάπας της. Μπορούσε από κει να δει τι κάνω εγώ στο άλλο δωμάτιο και αν θα άγγιζα τα χρυσαφικά. Τελείωσα την δουλειά μου και έφυγα χωρίς να με πληρώσει. Αργότερα βρήκε την θεία την Παρθένα και της αποκάλυψε την αλήθεια. Ότι δηλαδή με παρακολουθούσε. Και τότε της είπε ότι είχε δίκιο που έλεγε ότι οι ανιψιές της ήταν τίμιες. Μπορεί να ήμασταν φτωχά και ορφανά, αλλά τίμια και καθαρά τα χέρια μας…

 


Η ζωή συνεχίζεται...


Η θεία η Παρθένα για να μπορέσει να ζήσει έπαιρνε ρούχα από τα εμπορικά καράβια και τα εστιατόρια, τα έπλενε κουβαλώντας νερό γιατί δεν είχε στο δωμάτιο που νοίκιαζε, και στην συνέχεια τα σιδέρωνε με ένα σίδερο, που λειτουργούσε με κάρβουνα. Καμία δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί στο σιδέρωμα των ρούχων!!!

Είχε όμως και η Κατοχή τα ευτράπελα της!!! Εκεί που δούλευε η μαμά μου ήταν και ένας υπαστυνόμος που είχε έναν αδερφό βλαμμένο. Για να μην τον κοροϊδεύουν στο χωριό, τον έφερε στην Αθήνα και τον είχε μαζί του. Επειδή αυτός όμως εκτιμούσε την μαμά μου, είχε αποκτήσει και αυτός οικειότητα με όλη μας την οικογένεια. Τον λέγανε Νικόλα. Ερχόταν στο σπίτι μας και καθόταν με τις ώρες. 

Του έλεγε η μαμά μου:

-        "Νικόλα, φύγε, φύγε".

Και αυτός απαντούσε:

-        "Τώρα, τώρα",

αλλά δεν έφευγε.


Ήθελε να μένει μαζί μας μέχρι το βράδυ. Τα κεραμίδια στην σκεπή της παράγκας της αδελφής της μαμάς μου, της θείας Παρθένας, είχανε χαλάσει. Ο Νικόλας μπορεί να ήτανε βλαμμένος, αλλά ήτανε πολύ καλός μάστορας. Ανέλαβε λοιπόν αυτός να τα φτιάξει. Ανέβηκε στην σκεπή, αλλά ήθελε να του δίνει τα κεραμίδια η Φανίκα, η πανέμορφη ξαδέρφη μου, η κόρη της θείας Παρθένας. Η θεία μου ήταν χήρα, πολύ της εκκλησίας και πολύ αυστηρή εκ φύσεως. Σιγά που θα άφηνε την μοναχοκόρη της να δίνει κεραμίδια στον Νικόλα. Έτσι λοιπόν του τα έδινε αυτή. Αυτός από την τσαντίλα του την κατούρησε!!! Αγρίεψε η θεία μου, θύμωσε και αυτός τότε φοβήθηκε. Έμεινε πάνω στα κεραμίδια μέχρι να νυχτώσει και την κοπάνησε από τη μεσοτοιχία...

 


Το αποκορύφωμα της Κατοχής. 

Το μπλόκο της Κοκκινιάς.


Όταν έγινε το μπλόκο της Κοκκινιάς από τους Γερμανούς στην Οσία Ξένη, ήρθαν οι συγγενείς μας που είχαμε έρθει μαζί από τη Ρωσία στο σπίτι μας, για να τους κρύψουμε. Θα τους εκτελούσαν.. Έμεναν στην Νίκαια και στον Κορυδαλλό. Τα ελληνικά τους δεν ήταν καλά, θα το καταλάβαιναν αυτό οι καταδότες και πιθανόν να τους ξεχώριζαν. Όχι ότι γλίτωσαν όλοι. Ήταν ο Λίσος, ο Γιαγκούλης, ο φίλος του ο Γιάννης, και ο Μίσας της θείας Αννίτσας, ο πρώτος μου ξάδερφος. Η μαμά μου, αυτή η ηρωίδα της Κατοχής τους έκρυψε στο υπόγειο μας, με κίνδυνο αν τους πιάνανε, να μας εκτελούσαν.

 




Ξεκίνησε ο Εμφύλιος.


Δεν μου έχει φύγει όμως από τα μάτια μου μία εικόνα κατά την διάρκεια του Εμφυλίου. Από την οδό Ρούσβελτ και ως την οδό οκτώ (η σημερινή Παναγή Τσαλδάρη), έβλεπε το μάτι σου μέχρι τον ορίζοντα, αντάρτες πάνω στα άλογα ζωσμένοι  με φυσεκλίκια κι ανάμεσα τους πάρα πολλές γυναίκες. Τότε στην οδό οκτώ ήτανε δύο ταβέρνες, παράγκες. Η μία του Κεφάλα και άλλη μία που πρωτοτραγούδησε εκεί ο Καζαντζίδης. Ανάμεσα στους αντάρτες πήρε το μάτι μου και την γυναίκα ενός γνωστού μας, του Ιωακείμ, που λένε ότι έφυγε αργότερα για την Σοβιετική Ένωση με τον γιο της και άλλα τέσσερα άτομα με αεροπλάνο. Τότε μετά τις εννέα το βράδυ είχε απαγόρευση κυκλοφορίας.


Θυμάμαι επίσης ότι κατά την διάρκεια του Εμφυλίου, η κυρία Άννα, ένας άγιος άνθρωπος που έμενε στην αυλή μας, έκρυβε κάτω από το σπίτι της σε ένα μικρό υπόγειο, πολύ βρώμικο, όπου έβρισκες μέσα ποντίκια και φίδια, δύο παλικάρια που ήταν αριστεροί. Αν και ήμουνα  μικρή η κυρία Άννα με εκτιμούσε πάρα πολύ. Ίσως γιατί ήμουνα πολύ θαρραλέα. Εγώ ήξερα για δύο μόνο, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να ήταν πολλοί περισσότεροι.

-        "Ζήνα παιδί μου, αν πεθάνω να ξέρεις  ότι σε αυτή την τρύπα από κάτω στο υπόγειο, κρύβω δύο παλικάρια. Πήγαινε τους φαΐ και όταν πρέπει να τους βγάλεις έξω".


Μου είχε εμπιστοσύνη ότι δεν θα την πρόδινα. Η τρύπα αυτή ήτανε μέσα στο σπίτι της, στο κέντρο του μοναδικού δωματίου που είχε και από πάνω έβαζε ένα τραπέζι και την κάλυπτε. Δεν υποψιαζόσουν  το τι υπήρχε από κάτω!!!

 

Ο Δάσκαλος… Ο Άνθρωπος!!!


Όταν πήγα στο  ιδιωτικό σχολείο του Μπουρούνη πήγα μαζί με τον Λαμπίκο, τον πρώτο μου ξάδερφο, που είχε πεθάνει ο πατέρας του στην Κατοχή. Ο πατέρας του ήταν αδελφός της μαμάς μου και  αυτή έκρινε ότι πρέπει να τον μεγαλώσει εκείνη. Στο σχολείο αυτό ήμασταν τα πιο φτωχά παιδιά. Οι γονείς των υπόλοιπων παιδιών ήταν υπάλληλοι, εφοπλιστές, έμποροι. Πήγα στο σχολείο του Μπουρούνη γιατί έπρεπε να πηδήξω τις τάξεις, αφού κατά την διάρκεια της Κατοχής γυρνούσα από σχολείο σε σχολείο και ούτε ήξερα σε ποιά τάξη  έπρεπε να βρισκόμουν.

 

Το κτίριο  αυτό ανήκε στο ιδιωτικό σχολείο του Μπουρούνη.


Του Μπουρούνη όμως ήταν ιδιωτικό σχολείο. Εκείνη την εποχή είχαν και δασκάλες γαλλικών. Ερχόντουσαν οι μανάδες με γουνάκια στο λαιμό, με μαύρα παπούτσια, με πολύ όμορφα ταγέρ για να ρωτήσουνε για την επίδοση των παιδιών τους, πέρναγαν από την καντίνα και βρίσκανε την κυριούλα, αυτήν δηλαδή που είχε την καντίνα. Τα παιδιά  αγόραζαν  κάτι από την καντίνα και ερχόντουσαν οι μανάδες τους και τα ξεπλήρωναν. Εμείς τι να αγοράσουμε.... Αφού δεν είχαμε λεφτά.... Τότε δεν υπήρχαν στα σπίτια ηλεκτρικά ψυγεία, μόνο κάτι ξύλινα που χρησιμοποιούσαν πάγο. Δούλευαν με παγοκολώνες που τις άφηναν έξω στο πεζοδρόμιο. Περνούσαμε εμείς, με μία πέτρα σπάγαμε λίγο τον πάγο, βάζαμε ένα κομμάτι πάγου στο στόμα μας για να φουσκώνει και  να φαίνεται ότι είμαστε ταϊσμένοι. Όταν μπαίναμε στην τάξη και λέγαμε καλημέρα το στόμα μας ήτανε γεμάτο με πάγο και φούσκωνε. Έτσι ο άλλοι νομίζανε ότι ήμασταν χορτάτα.


Η τάξη του Λαμπίκου ήταν στο ισόγειο και της δικής μου, που ήμουνα πιο μεγάλη στον πρώτο όροφο. Όταν γινότανε διάλειμμα δεν κατέβαινα κάτω για να μην βλέπουν ότι δεν αγόραζα τίποτα από την κυριούλα και έκανα ότι ζωγράφιζα με το φάμπερ (μολύβι). Ο δάσκαλός μας ήταν πολύ νέος. Ο κύριος Αντρέας. Δεν με έβλεπε στα διαλείμματα και κάποια στιγμή ανησύχησε. 

Ανέβηκε στην τάξη να δει πώς είμαι και με ρώτησε:

-        "Γιατί Παπαδοπούλου δεν κατεβαίνεις κάτω στα διαλείμματα;"

-        "Γιατί ζωγραφίζω κύριε",

του απάντησα.


Αυτός όμως κατάλαβε και αμέσως κατέβηκε κάτω, αγόρασε δύο κουλούρια, ανέβηκε πάνω  στην τάξη μας και μου είπε:

-        "Πάρε Παπαδοπούλου ένα κουλούρι εσύ και ένα εγώ. Η κυριούλα θα φύγει να πάει στα παιδιά της. Της περίσσεψαν αυτά και μου τα 'δωσε." 


Εγώ δεν ήθελα να το πάρω γιατί μας είχε μάθει η μαμά μου να είμαστε περήφανες. Επειδή αυτός επέμενε, το πήρα άρχισα να το τρώω και έκλαιγα από ντροπή. Αυτός κάθισε μαζί μου για να σιγουρευτεί ότι θα το φάω.

 


Από πάνω ο Θεός και από κάτω εσείς.


Η μαμά μου είχε συνδυάσει πάντα το σχολείο μας με την δουλειά της να' ναι κοντά. Το σπίτι μας ήταν Πραξιτέλους, η δουλειά της στο μαγειρείο Πραξιτέλους και Γεωργίου γωνία. Ήταν το δεύτερο μαγειρείο της αστυνομίας και το σχολείο μου ήταν Βασιλέως Γεωργίου ακριβώς λίγο πιο πάνω από το άγαλμα της μητέρας.

 

Το άγαλμα της μητέρας.


Και κανόνιζε την ώρα που δεν είχε πολλή δουλειά στο μαγειρείο να πεταχτεί με τα ρούχα της δουλειάς της στο σχολείο για να ρωτήσει τον δάσκαλο πώς πηγαίναμε. Πάντα με τα μανίκια ανεβασμένα, πιασμένα τα μαλλιά της πίσω επειδή μαγείρευε, με τσόκαρα χωρίς κάλτσες και με μία ποδιά που μύριζε, γιατί τα κρέατα τότε δεν ήταν και της προκοπής. Και όταν έβλεπα να έρχεται, πήγαινα και κρυβόμουν γιατί ντρεπόμουν όπως ήτανε ντυμένη, επειδή τα πλουσιόπαιδα την κορόιδευαν για τα ρούχα που φορούσε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τι έγινε μια μέρα. Ερχόταν η μαμά και εγώ την είδα από μακριά και κρύφτηκα. 

Αυτή το κατάλαβε και  με φώναξε:

-        "Έλα Ζήνα παιδί μου, να σε αγκαλιάσω και να σε φιλήσω."


Τότε ήμουνα στην πέμπτη τάξη και ήμουνα με διαφορά η καλύτερη μαθήτρια. Δεν άντεξα και έβαλα τα κλάματα. Το κατάλαβε ο Μπουρούνης, ο ιδιοκτήτης του σχολείου και βγήκε έξω. Είδε τη μαμά μου και μένα να είμαστε αγκαλιασμένες και να κλαίμε με αναφιλητά. Η ηρωίδα η μάνα μου γρήγορα συνήλθε, σήκωσε αγέρωχα το πρόσωπό της και κοίταξε κατάματα τον ιδιοκτήτη και του είπε:

-      "Κύριε Μπουρούνη ο Θεός από πάνω και από κάτω εσείς. Προστατεύστε το ορφανό μου. Είναι καλό παιδί."


Με την άκρη του ματιού μου είδα ότι όλα τα παιδιά γελάγανε. Η μαμά μου δεν τα 'χασε. Χαιρέτησε με χειραψία τον Μπουρούνη, σήκωσε το κεφάλι της με αξιοπρέπεια και έφυγε.


Εγώ δεν είχα δει να έρχονται πατεράδες να ρωτάνε για τα παιδιά τους. Μόνο μανάδες. Ο Μπουρούνης δεν είπε τίποτα εκείνη την στιγμή. Ήταν φιλόλογος και λογοτέχνης. Την άλλη μέρα στο διάλειμμα και την ώρα που βγαίναμε από τις τάξεις μας, ο Μπουρούνης μας διέταξε να μπούμε σε μία σειρά για να μας μιλήσει. 

Μας είπε:

-        "Εχθές πληγώσατε ένα παιδί. Μια συμμαθήτριά σας."


Συνέχισε φωνάζοντας τα ονόματα  όλων των παιδιών ένα προς ένα και τα ρώταγε:

-        "Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;"


Και αυτό απαντούσε. Εφοπλιστής, έμπορος, υπάλληλος, βιομήχανος, βιοτέχνης.

-        "Η μαμά σας δουλεύει;"


ρωτούσε στην συνέχεια. Όλα απαντούσαν.

-    "Γιατί να δουλέψει κύριε αφού δουλεύει ο μπαμπάς μας".

-        "Και τις δουλειές στο σπίτι ποιός τις κάνει;",

ρωτούσε επιτακτικά.


Αυτά απαντούσαν :

-        "Η υπηρέτρια κύριε".

-        "Εχθές πληγώσατε ένα παιδί που δεν έχει πατέρα και η μητέρα του αναγκάζεται να εργάζεται για να ζήσει τα παιδιά της",

είπε με πατρικό αλλά και αυστηρό ταυτόχρονα τόνο ο ιδιοκτήτης του σχολείου.

Αυτά τότε κατάλαβαν, βάλανε το κεφάλι κάτω και από τότε θέλανε την φιλία μου, αλλά εγώ δεν ήθελα να γίνω φίλη τους με αυτό τον τρόπο. Όχι από οίκτο… Τα παιδιά όμως που είχανε φιλότιμο κατάλαβαν. Η κόρη του Μπουρούνη μας έκανε γαλλικά. Μόλις τελείωσα την πέμπτη τάξη η μαμά μου ρώτησε ένα γνωστό της αστυνόμο τι να κάνει με μένα, σε ποιό σχολείο να συνεχίσω. Σε ιδιωτικό ή σε δημόσιο, για να τελειώσω το δημοτικό. Δεν είχαμε λεφτά, και η περήφανη μαμά μου δεν καταδεχόταν να μην πληρώνει. Και αυτός της απάντησε:

-        "Σε δημόσιο."

Όταν όμως είπα στον κύριο Μπουρούνη ότι πρέπει να φύγω  και να πάω σε δημόσιο σχολείο γύρισε και μου είπε:

-        "Αν είναι παιδί μου να φύγεις από το σχολείο για τα λεφτά, να ξέρεις δεν θα σου πάρω. Μείνε εδώ. Είσαι καλό παιδί και άριστη μαθήτρια, το αξίζεις".


Ήξερε ότι έκανα μάθημα στους συνομηλίκους συμμαθητές μου για να με αφήσουν να διαβάζω τα βιβλία τους, επειδή δεν είχαμε λεφτά για να τα αγοράσουμε τότε. Πήρα το ενδεικτικό της πέμπτης δημοτικού με "άριστα δέκα".


Στην συνέχεια η μαμά μου με έγραψε στο 7ο Δημοτικό, που ήταν απέναντι από το μαγειρείο της αστυνομίας, όπου δούλευε η μαμά μου (Πραξιτέλους και Βασιλέως Γεωργίου), δίπλα στην κλινική του Ευαγγελισμού.

 

Πραξιτέλους και Βασιλέως Γεωργίου.

 

Το εστιατόριο υπαγότανε στο 2ο αστυνομικό τμήμα Πειραιά. Και από κάτω από το σχολείο ήτανε το μαγειρείο του Μπούτου, που ήτανε χορτοφαγικό. Από το παράθυρο της τάξης μου έβλεπα την μαμά μου που μαγείρευε. Στο σχολείο αυτό διευθύντρια ήταν η κυρία Ελένη Καραντώνη, μία πολύ αυστηρή δασκάλα. Πήγα μόνη μου στο σχολείο για να κάνω την εγγραφή και της είπα ότι θέλω να γραφτώ στην έκτη τάξη γιατί είχα αποφοιτήσει με άριστα δέκα στην πέμπτη τάξη στο σχολείο του Μπουρούνη. 


Αυτή κοίταξε το ενδεικτικό μου λίγο ειρωνικά, νομίζοντας ότι ήμουνα πλουσιόπαιδο και μου είπε:

-        "Με άριστα δέκα από του Μπουρούνη? Κοίταξε τώρα έχω μάθημα, περίμενέ με και στο άλλο διάλειμμα θα σου βάλω ένα πρόβλημα στα μαθηματικά και θα μου γράψεις και μία έκθεση. Αν πας καλά θα σε βάλω στην έκτη τάξη, ειδάλλως θα σε βάλω σε άλλη τάξη "

 

Και πράγματι έτσι έγινε. Με άφησε στο γραφείο της για να γράψω αυτά που μου 'βαλε και εκείνη πήγε για μάθημα. Όταν τελείωσε το μάθημα της και ήρθε το επόμενο διάλειμμα, μπήκε στο γραφείο της πήρε αυτά που έγραψα, έκανε τον έλεγχο και τότε μου είπε:

-        "Μπράβο σου, το δεκάρι το άξιζες".

 

Αυτό έγινε το '44. Ήταν ακόμα Εμφύλιος, γιατί μία μας βομβάρδιζαν οι μεν και μία οι δε. Μία μέρα μπήκαμε μέσα στην τάξη και μας έβαλε ένα λάθος πρόβλημα σε γνώση της στα μαθηματικά. Εγώ αμέσως το κατάλαβα και έγραψα στην κόλλα μου ότι το πρόβλημα ήταν λάθος. Το κοίταξε, δεν μου μίλησε και μου είπε να περιμένω στο θρανίο μου για να τελειώσουν και τα άλλα παιδιά και μετά να αποχωρήσω. Όταν μας επέστρεψε διορθωμένα τα γραπτά μας, στους άλλους  συμμαθητές μου δεν είχε βάλει βαθμό και σε μένα μου είχε βάλει άριστα δέκα. Στο σχολείο όταν γινόταν κάτι κάναμε διαδήλωση. Από τότε γινόντουσαν αυτά. Μάλωσε η διευθύντρια ένα παιδί και εμείς όλα τα παιδιά φύγαμε από το σχολείο, και πήγαμε στην επιθεώρηση για να κάνουμε διαδήλωση!!! Παιδιά ήμασταν τότε και ήμασταν επηρεασμένα από τα γεγονότα της εποχής.


Είχα δασκάλα την κυρία Μαρίκα την Μπάρκουλη (μητέρα του Αντρέα, του γνωστού ηθοποιού), πολύ καλή δασκάλα και άνθρωπος. Το ίδιο και ο άντρας της.  Δάσκαλος και αυτός. Την θυμάμαι στα διαλείμματα να ταΐζει τον Αντρέα το αυγό του. Ο Αντρέας ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερος από μένα. Αυτή μας έκανε γραμματική, ιχνογραφία, ορθογραφία και καλλιτεχνικά. Μαθηματικά μας έκανε η κυρία Καραντώνη. Έδωσα εξετάσεις για να εισαχθώ στο γυμνάσιο, πέρασα αλλά επειδή δεν είχαμε λεφτά δεν πήγα ποτέ.

 


Στο Σανατόριο.


Στην έκτη δημοτικού θυμάμαι μία μέρα ότι πήγαμε με φορτηγό εκδρομή με το σχολείο μας στον Διόνυσο.


Η εκδρομή στον Διόνυσο.
Εγώ με τον κόκκινο κύκλο, η Λιαλιούκα με τον πορτοκαλί και ο Βαγγελάκης με τον κίτρινο.

 

Τα εγγόνια της κυρίας Άννας, η φίλη μου η Τασούλα και ο αδελφός της ο Βαγγελάκης, πηγαίναμε μαζί στο σχολείο, αν και αυτός ήτανε πολύ μικρός δύο -τριών χρονών νομίζω. Ο πατέρας τους ήταν στο σανατόριο στον Διόνυσο. Έπιασα λοιπόν την δασκάλα μας την κυρία Καραντώνη και την παρακάλεσα να πάρω τα παιδιά και να τα πάω στον πατέρα τους στο σανατόριο.  

Και αυτή μου απάντησε:

-        "Ζηνοβία θα στα έδινα αλλά δεν μπορώ να το κάνω, γιατί και εσύ είσαι μικρό παιδί και μπορεί να χαθείτε".

-        "Σας παρακαλώ πολύ κυρία Καραντώνη. Μπορεί να είμαι μικρή, αλλά ξέρετε ότι είμαι πολύ υπεύθυνο παιδί. Πρέπει. Τα παιδιά δεν ξέρουν τον πατέρα τους!!!"


Ίσως γιατί με ήξερε, ίσως γιατί συγκινήθηκε με την επιμονή μου τελικά με άφησε. Κρατούσα από το ένα χέρι τον Βαγγελάκη και από την άλλη την Τασούλα και ξεκίνησα να πάω προς το σανατόριο. Ήταν κοντά και μόλις είδα τον φύλακα του είπα:

-        "Θέλω να δω τον κύριο Νικόλαο τον Οικονόμου".

Αυτός μου απάντησε:

-        "Απαγορεύεται, γιατί αυτά τα παιδιά είναι πολύ μικρά και εδώ είναι σανατόριο".

Είχε δίκιο γιατί τότε η φυματίωση θέριζε. Μας λυπήθηκε όμως και επειδή επέμενα τον ειδοποίησε.


Ο πατέρας τους, ο κύριος Νίκος ήταν ένα παλικάρι τριάντα, τριανταπέντε χρονών. Αριστερός και άρρωστος. Ήτανε δάσκαλος. Ήρθε και μας είδε. Λιγώθηκε στο κλάμα γιατί τον Βαγγελάκη δεν τον είχε γνωρίσει καθόλου. Αρρώστησε όταν ήταν βρέφος και μετά τον έπιασαν... Τα αγκάλιαζε και τα έσφιγγε και έκλαιγε!!! Πατέρας.... Αυτό δεν κράτησε πολύ. Έκανε όμως μία χειρονομία που έχει χαραχτεί στην ψυχή μου. Έσκυψε πήρε το χέρι μου και το φίλησε. Με το ζόρι συγκράτησα τα δάκρυά μου νιώθοντας ότι αν και ήμουνα  παιδί και εγώ, εν τούτοις είχα κάνει κάτι πολύ καλό. 


Ο κύριος Νίκος, ο πατέρας τους... Άλλοι άνθρωποι άλλο ήθος... Που χαθήκανε αυτοί οι άνθρωποι να μεταδώσουν κάτι σε κάποιους από την λεβεντιά τους. Όταν ήρθε η ώρα του αποχωρισμού πήγαινε βηματίζοντας πίσω -πίσω κοιτώντας μας κατάματα για να μη χάνει την εικόνα από τα μάτια του των παιδιών του. Δεν τα χόρταινε!!!


Κάποια στιγμή βρήκε μία γλάστρα με λουλούδια, έκοψε λίγα και μας τα έδωσε μέσα από τα κάγκελα. Και εγώ τότε συναισθανόμενη ενστικτωδώς ότι ίσως ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε τα παιδιά του, σήκωσα στην αγκαλιά μου τον Βαγγελάκη για να βλέπει τον πατέρα του πιο πάνω από την μάντρα, και με το χέρι μου ανάγκασα το δικό του χέρι να τον χαιρετήσει......

 


Ο μεγάλος βομβαρδισμός.


Όταν βομβαρδίστηκε η Αγία Τριάδα στον Πειραιά, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στην εκκλησία και προσευχότανε, φορώντας ή έχοντας μαζί του ότι πιο πολύτιμο είχε. Για αυτό όταν τελείωσε ο βομβαρδισμός και ψάχνανε στα ερείπια  για επιζώντες βρίσκανε χρυσαφικά, λίρες κλπ.

 

Η Αγία Τριάδα μετά τον βομβαρδισμό.



Οι Άγγλοι ήθελαν να βομβαρδίσουν την Κοπή, που λειτουργούσε κάτω από την γερμανική διοίκηση.


Το εργοστάσιο ιματισμού της ΚΟΠΗ


Όμως έκαναν λάθος και οι βόμβες έπεσαν λίγο πιο μακριά στο νεκροταφείο της Αναστάσεως. Εκεί είχε συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος ανθρώπων που πίστευαν ότι θα γλιτώσουν. Δυστυχώς!!! Και  τότε επιβεβαιώθηκε η ρήση:

 

«Σηκωθείτε εσείς οι νεκροί να μπούμε μέσα εμείς οι ζωντανοί».


Εκεί σκοτώθηκε και η Όλγα Ευσταθιάδου, πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου, που είχε γεννηθεί και αυτή στο Γκρόζνυ και είχε έρθει με το ίδιο καράβι με μας.


(Σχόλιο αρθρογράφου:

Το 1944 θα αποδειχθεί μαρτυρικό για τον λαό του Πειραιά. Ξεκίνησε με τον βομβαρδισμό του από τους «συμμάχους», συνεχίστηκε με τις λυσσαλέες εκτελέσεις πατριωτών από τους  Γερμανούς και με την καταστροφή όλων των υποδομών μέχρι να αποχωρήσουν. Το τέρας του Ναζισμού όσο πιο πολύ ψυχορραγούσε τόσο πιο απάνθρωπο γινότανε…..

Ολοκληρώθηκε δε με τα γεγονότα του Εμφυλίου.

Ας ανατρέξουμε στα γεγονότα:

Το πρωί της 11ης Ιανουαρίου 1944, ξεκίνησαν 84 βομβαρδιστικά Β-17 από την 5ην Πτέρυγα Βομβαρδισμού της 15ης Αεροπορικής Δύναμης με στόχο το ελληνικό λιμάνι. Ο βομβαρδισμός του λιμανιού ξεκίνησε στις 12 το μεσημέρι και διήρκησε 3 ώρες. Από το ανηλεές σφυροκόπημα η πόλη υπέστη τεράστιες καταστροφές. Τα θύματα ανάμεσα στους αμάχους έφτασαν τις 5.500, ενώ σκοτώθηκαν μόνον οκτώ Γερμανοί!!!.

Οι «Σύμμαχοι» πέτυχαν τον σκοπό τους!!! Ήταν ο σφοδρότερος αεροπορικός βομβαρδισμός που καταγράφηκε στην Ελλάδα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τους πολίτες του λιμανιού να πληρώνουν βαρύτατο φόρο αίματος. Βόμβες έπεσαν επί του  Ι.Ν. της Αγίας Τριάδας, σε όλο το μήκος της οδού της Λεωφόρου Γεωργίου Α΄ και στον Τινάνειο Κήπο, στην οδό Νοταρά, στην Ακτή Ποσειδώνος, επί των οδών Γούναρη, Καποδιστρίου, Λουδοβίκου, Κέκρωπος, στην Πλατεία Λουδοβίκου, στη Σχολή Καλογραιών «Ζαν Ντ’ Αρκ», στην οδό Ζωσιμαδών, στην οδό Ναυάρχου Μπήττυ, στην Ζαννή, στην οδό Ντενύ Κοσσέν, στις οδούς Βασιλέως Κωνσταντίνου, Πραξιτέλους, Ανδρούτσου, Υψηλάντου, Σκυλίτση (τροχιοδρόμων), Ευαγγελιστρίας, Κουντουριώτη, στην οδό Βενιζέλου (πρώην Ηφαίστου) και στην οδό Αλκιβιάδου.

 



Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως καμία γερμανική πόλη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν  βομβαρδίστηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις τρεις φορές μέσα σε μια ημέρα. 

Αυτό το θλιβερό προνόμιο το είχε μόνο ο Πειραιάς. Άσχετα εάν η ιστορία "φρόντισε" να το ξεχάσει!!!. 

Οι «σύμμαχοι» βέβαια είχαν βομβαρδίσει και άλλες φορές και πριν, όπως στις 14 Δεκεμβρίου του 1943.

Τα καταστροφικά αποτελέσματα του βομβαρδισμού:

•       Δεν έμεινε σχολείο, νοσοκομείο, εκκλησία, καταφύγιο και γενικά χώρος που συγκεντρώνονταν κόσμος που να μην πλήγηκε.

•       Η καταστροφή σε κόστος υπολογίστηκε περί τα 325 εκατομμύρια. προπολεμικές δραχμές.

•       Ο Πειραιάς από την μεγαλοπρέπεια του μεσοπολέμου βυθίστηκε ολοκληρωτικά στο χάος και έκανε χρόνια για να ορθοποδήσει.

•       Κανένα διεθνές δικαστήριο δεν δίκασε αυτό το έγκλημα πολέμου, ουδείς τιμωρήθηκε.

•       Κανείς εκπρόσωπος δημοτικής ή άλλης αρχής εζήτησε αποζημίωση και ουδείς αποζημιώθηκε.

•       Καμία πόλη που δεν ανήκε εντός της γερμανικής επικράτειας, δεν βομβαρδίστηκε τρεις φορές την ίδια μέρα από δύο διαφορετικές υπερδυνάμεις της εποχής.

•       Καμία συμμαχική πόλη δεν βομβαρδίστηκε από τους ίδιους τους συμμάχους.

•       Δεν έγινε ποτέ γνωστό αν υπήρχε διαταγή σύμφωνα με την οποία σφυροκόπησαν αλύπητα τον πληθυσμό και όχι τους στρατιωτικούς στόχους ή εάν αυτό συνέβη λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν.

 

Το μπλόκο της Κοκκινιάς και οι εκτελέσεις των πατριωτών.

 

Το χρονικό, όπως αποτυπώνεται στο Μουσείο.

 


Η πλατεία της συγκέντρωσης


Η Οσία Ξένη





Η «Μάντρα» της Κοκκινιάς

 

 

Η Απελευθέρωση….. Η αυλή των θαυμάτων!!!


Πραξιτέλους και Βασιλέως Γεωργίου πριν βγούμε στην Βασιλέως Γεωργίου ήταν μία αποθήκη που είχε παπούτσια που είχανε στείλει οι Αμερικανοί για τα ορφανά, αλλά οι παλιάνθρωποι δεν είχανε δέσει μαζί με τα κορδόνια το αριστερό με το δεξί παπούτσι. Πήγαμε και εμείς να διαλέξουμε παπούτσια.  Βρήκα ένα πολύ ωραίο δεξί παπούτσι, αλλά όλη την μέρα έψαχνα να βρω το ταίρι του. Δεν το βρήκα και στο τέλος έφυγα χωρίς να πάρω τίποτα.

 

Μετά την Απελευθέρωση ο Πειραιάς είχε γεμίσει μαύρους αφού βεβαίως- βεβαίως προηγουμένως είχε βομβαρδιστεί ξανά και πάλι, αλλά εμείς τότε δεν πάθαμε ζημιά. Μία μέρα ήρθαν  στην γειτονιά μας δύο  μαύροι με κάτι σαρίκια, πιθανόν Άγγλοι που έψαχναν να βρουν αντάρτες σε σπίτια ή πολεμικό υλικό ή και τα δύο μαζί.

(Σχόλιο αρθρογράφου: Μάλλον θα ήτανε Σιχ που υπηρετούσαν στον βρετανικό στρατό).


Ο ένας ερχότανε από την μεριά της παλιάς Βιομηχανικής Σχολής (Πραξιτέλους και  Ναυάρχου Μπήτυ, νυν Καραολή και Δημητρίου) και ο άλλος από το κάτω στενό που ήταν η Κουντουριώτη, δηλαδή πλάτη με πλάτη με το σπίτι μας. Μάλλον κάποιοι αντάρτες στην Κουντουριώτη πρέπει να είχαν οπλισμό και από "κάρφωμα" ειδοποιήθηκαν οι Άγγλοι να κάνουν έλεγχο. Κάρφωμα τότε? Αστεία πράγματα!!!


Αυτοί είχαν όμως όλμους, σφαίρες, όπλα, χειροβομβίδες. Επειδή το σπίτι τους ήταν πιο χαμηλό από το δικό μας βάλανε σκάλα από την μεριά της Κουντουριώτη και τα ρίξανε στα κεραμίδια του καμπινέ μας, γιατί και αυτός στη σχέση με το οίκημα που μέναμε ήταν πιο χαμηλός και τον φτάνανε. Όταν το είδαμε αυτό τρομοκρατηθήκαμε γιατί πλησίαζαν οι μαύροι για έλεγχο και στο δικό μας σπίτι. Εμείς ακούσαμε το θόρυβο που κάνανε τα όπλα στα κεραμίδια και καταλάβαμε ότι έπρεπε να τα κρύψουμε αμέσως. Η αυλή μας πριν κτίσει η κυρία Λούλα το δωμάτιο της, ήτανε κήπος.


Αμέσως μαζέψαμε τα όπλα, η Αντίκλεια έσκαψε σε ένα σημείο, τα μεταφέραμε μέσα στο σκαμμένο σημείο, μετακινήσαμε ένα βαρέλι που είχε μέσα ένα δέντρο και το βάλαμε από πάνω τους για να μη φαίνονται και τα βρουν. Πώς μωρά, άσιτα, κοκκαλιάρικα παιδιά το κάναμε αυτό ένας θεός ξέρει!!! Τα υπόλοιπα τα βάλαμε στο πλυσταριό. Μέσα στο πλυσταριό που κάναμε και μπάνιο τόσα άτομα υπήρχε ένα μεγάλο καλάθι που βάζαμε τα άπλυτα. Σε αυτό βάλαμε όλα τα υπόλοιπα πολεμοφόδια, από πάνω βάλαμε τα λερωμένα ρούχα, μερικά μάλιστα ήτανε από διάρροιες και βρωμούσαν πάρα πολύ. Το καλάθι το κρεμάσαμε στον τοίχο. Πού να το πλησιάσει κανείς από την βρώμα!!! 


Εκείνη την μέρα οι αντάρτες αφήσανε και ένα γατί που είχανε και αυτό νιαούριζε. Η ξαδέλφη μου η Βέβη (Ευγενία) είχε έρθει να μείνει μαζί μας. Όλα και όλα. Κατοχή- Κατοχή, αλλά και οι βόλτες- βόλτες. Ήθελε λοιπόν να μαζέψει το γατί γιατί το λυπόταν που νιαούριζε. Επειδή δεν μπορούσε να το φτάσει στην άλλη πλευρά της μεσοτοιχίας, ήθελε να βάλει μέσα στο καλάθι την Λιαλιούκα που ήταν η πιο μικρή, να το κρεμάσουμε από την άλλη πλευρά της για να το φτάσει  και να το πάρει, αλλά η Λιαλιούκα δεν ήθελε επειδή φοβόταν και αρνιόταν.


Κάποια στιγμή πέρασαν και οι δύο μαύροι μαζί την είσοδο του σπιτιού μας για έλεγχο. Τότε η μαμά μου πονηρά σκεπτόμενη, έβγαλε έξω τις πιο όμορφες και νεαρές κοπέλες της αυλής: Την Μαρίκα, την Ελένη και την Φραγκίσκα να κάνουν νάζια στους μαύρους για να τους ξεγελάσουν και να μην προχωρήσουν στην αυλή μας.

 

Η αυλή των θαυμάτων!!! Στην πόρτα  που οδηγούσε στο εσωτερικό του συγκροτήματος η θεία μου η Παρθένα, εγώ, η μαμά μου, η Σόνια με την Λίζα αγκαλιά και η Λιαλιούκα το 1956. Πόσες αναμνήσεις….


 

Η Μαρίκα μάλιστα είχε κατεβάσει κάτι στραγάλια και τους κέρναγε για να ξεγελαστούν και να μην προχωρήσουν προς τα μέσα. Αν προχωρούσαν θα έβλεπαν το φρεσκοσκαμμένο χώμα και τότε αλίμονο μας. Αυτοί εντυπωσιάστηκαν με τις κοπέλες, νομίζοντας ότι είναι ελευθεριών ηθών, ασχολήθηκαν με αυτές και δεν προχωρούσαν μέσα για τον έλεγχο. Κάποια στιγμή τους φώναξε ένας ανώτερος τους και έφυγαν προς το παρόν. Το βράδυ όμως θυμόντουσαν το σπίτι και ήρθανε για τις κοπέλες.


Η Φραγκίσκα, η Μαρίκα, και η Ελένη κατέβηκαν στο υπόγειο μας που λειτουργούσε σαν καταφύγιο όλου του συγκροτήματος. Αυτοί ψάχνανε για τις πιο μικρές κοπέλες, παρόλο που και η Φραγκίσκα (Κούλα), η Σόνια μας, η Αντίκλεια και η μαμά μου ήταν και αυτές νέες. Αφού όμως είδανε φως στο υπόγειο, μπήκανε μέσα, χτύπησαν το χέρι τους στο τραπέζι, με φωνές ψάχνανε τις κοπέλες, ζητούσαν και ποτό να πιούνε νομίζοντας ότι εμείς είχαμε. Που τέτοια πράγματα μέσα στην Κατοχή.... 


Η μαμά μου τραγουδούσε πολύ όμορφα. Άρχισε να τραγουδάει και τα λόγια της εξηγούσαν ότι μία-μία με την σειρά έπρεπε να φύγει από την πίσω πόρτα της αυλής. Μέχρι να το καταλάβουν οι μαύροι είχανε μείνει μόνοι τους με τις "γριές". Τη "μπάμπουσκα" και την κυρία Άννα. Αυτοί μόλις κατάλαβαν τι είχε γίνει νευρίασαν και άρχισαν να βρίζουν στη γλώσσα τους. Από τα νεύρα τους κάνανε φύλλο και φτερό το υπόγειο μας. Δεν βρήκαν τίποτα και από την τσαντίλα τους μετά από ώρα σηκωθήκανε και φύγανε ντροπιασμένοι που τους ξεγελάσαμε. 


Εμείς όμως είχαμε ακόμα μία δουλειά να κάνουμε… Τι θα κάναμε τα πολεμοφόδια. Τα πολεμοφόδια και τις σφαίρες τα πήγαν οι κοπέλες στην γωνία που είχε αποχέτευση και μάλιστα μεγάλη και τα ρίξανε μέσα. Τα υπόλοιπα που τα κλείσαμε δεν θυμάμαι.


Στο σημείο που ήταν η αποχέτευση μικρή ήμουνα αλλά το θυμάμαι, κάποια στιγμή σκοτώσανε ένα δικηγόρο από τον Προφήτη Ηλία και του κρεμάσανε μία επιγραφή:

"Έτσι εκτελεί η ΟΠΛΑ τους προδότες"

 Τι θα πει αυτό δεν το καταλάβαινα τότε.

 


Στο μέσο του Εμφυλίου.


Στα παλιατζίδικα ήταν το μέτωπο των ανταρτών.

Ακόμα και σήμερα άνθρωποι του μεροκάματου εργάζονται στον ίδιο χώρο.


Και ο φούρνος που παίρναμε ψωμί ήτανε σε αυτή την περιοχή. Τα παλιατζίδικα ήταν απαγορευμένη ζώνη και εκεί γινόντουσαν μάχες. Ήταν η βάση των ανταρτών. Δεν επιτρεπόταν κάποιος να μπει στην περιοχή τους. Φυλασσόταν από αστυνομικούς και Ινδούς. Η αλήθεια είναι ότι τους συμπαθούσα εγώ τους αντάρτες, αλλά η μαμά μου μας είχε απαγορεύσει να εμπλακούμε σε οποιαδήποτε οργάνωση τότε  στις οποίες έπαιρναν μέρος και μικρά παιδιά. Βλέπεις εμείς κυνηγημένοι ήμασταν στην Ρωσία γιατί ήμασταν Έλληνες και εδώ με το που ήρθαμε κομμουνιστές μας ανέβασαν κομμουνιστές μας κατέβαζαν... Κι ας μη ξέραμε τι τύχη είχε ο πατέρας μου στην Ρωσία!!!


Παρόλο που μέναμε στην Πραξιτέλους εξακολουθούσαμε να είμαστε από απογραμμένοι στην Κόνωνος. Έτσι έπρεπε να πάμε στο φούρνο και στον μπακάλη που είχαμε απογραφεί προηγουμένως για να πάρουμε με δελτίο αλάτι, φουντούκια, σπίρτα, ψωμί και μία σκόνη, πού όταν την βάζαμε στο νερό γινόταν σούπα. Όσοι κατοικούσαν μετά την Κόνωνος και προς τον Κορυδαλλό επειδή ήταν μέσα στην απαγορευμένη ζώνη δεν είχανε πρόβλημα. Παίρνανε κανονικά τις μερίδες τους. Εμείς που ήμασταν στο Πασαλιμάνι δεν μπορούσαμε, γιατί ακριβώς εκεί στην πλατεία Ιπποδαμείας ήταν η βάση των ανταρτών και το κέντρο των επιχειρήσεων τους. Για να πάω έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτική για να μη φάω καμιά αδέσποτη σφαίρα.


 Η Πλατεία Ιπποδαμείας σήμερα.



Στην  γωνία της Γούναρη πριν την πλατεία στεκόντουσαν ένας χωροφύλακας και ένας Ινδός. Για να είναι σίγουροι ότι δεν κουβαλάω κανένα ραβασάκι στους αντάρτες ενώ ήμουνα δώδεκα χρονών παιδί, με διέταξαν να βγάλω τα παπούτσια μου, με γυμνώσανε  βγάζοντας μου τις κάλτσες και το φόρεμα που φορούσα και έμεινα μόνο με το βρακί!!! Μετά αφού είδαν ότι δεν είχα τίποτα πάνω μου, μου είπαν να ντυθώ και να φύγω. Τότε  σύρθηκα στην άσφαλτο σαν φίδι για να μη με βρει κάποια αδέσποτη σφαίρα. Εν μέσω πολέμου γιατί ρίχνανε σφαίρες και από τις δύο μεριές. 


Πριν από μένα ήταν μία κοπέλα γύρω στα τριάντα -τριανταπέντε χρονών που την είδα να σέρνεται και ξαφνικά την χτύπησε μια σφαίρα και ήταν μέσα στα αίματα. Δεν ξέρω αν έζησε μετά ή πέθανε... Εγώ τότε φοβήθηκα πολύ, πέρασα το γεφυράκι στην πλατεία Ιπποδαμείας πριν τα παλιατζίδικα και βγήκα στο πίσω μέρος της Κόνωνος που δεν είχε εχθροπραξίες κάνοντας κύκλο και μπήκα μέσα τρομοκρατημένη σε ένα ξενοδοχείο. Ξαφνικά είδα από τα σκαλιά να κατεβαίνει ένας ναύτης με μία κοπέλα. Πονηρεύτηκα και κοίταξα το σημάδι έξω από το ξενοδοχείο. Ας ήμουνα μικρή. Αντιλήφθηκα ότι ήταν οίκος ανοχής. Με τα πολλά κατόρθωσα και έφτασα στου Τσακίρη και μου έδωσε αλάτι, φουντούκια, σπίρτα χωρίς να του δείξω την κάρτα και πήρα  και από απέναντι το ψωμί και μετά πάλι σέρνοντας το κορμί μου πάνω στην άσφαλτο πήγα στου Αργυρίου (υπάρχει μέχρι σήμερα), του έδειξα την κάρτα μου και πήρα και από εκεί τις κονσέρβες που δικαιούμασταν. Στη συνέχεια ανεβαίνοντας στην Τσαμαδού σταμάτησα στου Μπαίηκερ (Baker) που ήταν φούρνος και δείχνοντας την κάρτα μου πήρα πάλι ψωμί. Με αυτό το κόλπο έπαιρνα και από τις δύο μεριές.

 

Το σημείο που υπήρχε ο φούρνος του Μπαίηκερ.



Κανονικά έπρεπε να παίρνουμε μόνο από το μπακάλικο του Τσακίρη και τον φούρνο του Θεοδώρου, αλλά επειδή ήμασταν μέσα στην απαγορευμένη ζώνη μας έδιναν από του Μπαίηκερ και του Αργυρίου. Στην Τσαμαδού επικρατούσε ησυχία.


Μετά πάλι έμαθα ότι στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου έδιναν ρούχα για τα ορφανά και τις χήρες. Βρήκα λοιπόν και εγώ ένα μαύρο φουστάνι και παρόλο που ήμουνα πολύ αδύνατη, μόλις δώδεκα χρονών πήγα στον Άγιο Κωνσταντίνο για να πάρω ρούχα. Ο παππάς με κατάλαβε αλλά τι να πει και αυτός... Μόνο ψέλλισε...

-        "Και εσύ χήρα παιδί μου;"

-        "Μάλιστα πάτερ",

του απάντησα με χαμηλωμένα  μάτια  κι αυτός στη συνέχεια μου έδωσε ρούχα.

 


Για την Αλτάμπα…. Ναούμ, Ναούμ……


Μεσοτοιχία μας ζούσε η κυρία Χρυσούλα που είχε τέσσερις γιούς. Πολύ μορφωμένα και ευγενικά παιδιά. Ο πρώτος της γιός ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και νομίζω ότι ο δεύτερος γιός της λεγόταν Αλέκος. Ήταν το πιο καλό και ευγενικό παιδί της γειτονιάς, περπατούσε όμως σαν χιμπατζής. Μία μέρα μόλις ανέβηκα τα σκαλιά του υπογείου μας τον βλέπω να κουβαλάει ένα μεγάλο κούτσουρο από δέντρο για να το κάψει. Εκείνο τον χειμώνα έκανε πολύ κρύο. Τον ρωτάω λοιπόν:

-        "Αλέκο που το βρήκες?"

-        "Από μία αποθήκη ανταρτών".

-        "Από  μία αποθήκη ανταρτών",

μου ξαναείπε μήπως τυχόν και δεν το είχα καταλάβει. Τότε ο κόσμος όπου έβρισκε αποθήκη έκανε ντου και έπαιρνε ότι πράγματα μπορούσε από μέσα. Ότι έβρισκε. Τι να έκανε... Τον ρώτησα πού ακριβώς  βρήκε το κούτσουρο και αυτός ευγενικά μου είπε:

-        "Έλα μαζί μου να σου δείξω".


Παρόλη την φτώχεια της Κατοχής υπήρχε μεταξύ των ανθρώπων αλληλεγγύη. Τον ακολούθησα και φτάσαμε στο πίσω μέρος του μαγαζιού του Δολλόγλου, όπου ήταν εκεί η αποθήκη. Στο στενό που είναι και ο Πειραϊκός Σύνδεσμος (Καραΐσκου).

 

 Ο πεζόδρομος της Καραΐσκου.



Σε αυτή την αποθήκη υπήρχαν τσουβάλια με σαπούνια, μακαρόνια, ρύζια, ζάχαρη, αλεύρι. Λόγω του κρύου που έκανε εκείνο τον χειμώνα το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα μόλις είδα τα πράγματα ήταν  μία σανίδα πολύ χοντρή πάνω από τρία μέτρα. Ήθελα  να την κουβαλήσω στο σπίτι μας για να την κάψουμε. Πράγματι την πήρα και ξεκίνησα να την μεταφέρω. Όταν έφτασα στην Βασιλέως Γεωργίου για να περάσω απέναντι και μπροστά από τον Άγιο Κωνσταντίνο, έπεσα και χτύπησα το γόνατό μου.


Ο Άγιος Κωνσταντίνος.


Επειδή τότε ήμουνα πολύ αδύνατη έτρεχε αίμα από το σημείο  που είχα χτυπήσει. Τότε φορούσα μπαρολέ κάλτσες. Δεν σταμάτησα και έφτασα στο υπόγειο μας και την έκρυψα πίσω από το μπαούλο που είχαμε φέρει από την Ρωσία για να μην φαίνεται. Αντί όμως να την κάψουμε για να ζεσταθούμε την πήρε η θεία μου η Παρθένα και έβαλε τον μπάρμπα Μηνά να της κάνει ένα κοτέτσι για να βάλει μέσα κότες. Δεν θυμάμαι αν τις αγοράσαμε, ή μας τις είχε δώσει κάποιος. 


Η Σόνια μας εκείνη την εποχή είχε αρρωστήσει από πλευρίτη και έπρεπε να τρώει αυγά για να συνέλθει... Μόλις όμως τακτοποίησα το ξύλο πίσω από το μπαούλο και επειδή είχα δει ότι υπήρχαν και  πολλά φαγώσιμα χωρίς να το ξανασκεφτώ, αποφάσισα να ξαναπάω. Η μαμά μου τότε ήταν ξαπλωμένη και άρρωστη στο κρεβάτι. Μόλις όμως είδε το ξύλο και της είπα που το είχα βρει, σηκώθηκε, ντύθηκε και  βγήκε μαζί μου από το υπόγειο για να πάμε για το ντου. Μας είδε όμως η Ελένη, η κόρη της Αντίκλειας και κόλλησε μαζί μας.

-        "Κυρά Βέτα θα έρθω και εγώ μαζί σας"

-        "Έλα της είπε η μαμά μου".

Αφού πήγαμε πάλι εκεί στην αποθήκη, η μαμά μου και η Ελένη μείνανε στο πεζοδρόμιο, ενώ εγώ ανέβηκα από τις σκάλες. Και αντί να κοιτάξω να πάρω κάτι και να φύγω, βρήκα κάτι ωραία βιβλία  και άρχισα να τα ξεφυλλίζω και να τα διαβάζω σε μία γωνιά. Μου άρεσαν τόσο τα βιβλία...


Η μαμά μου μάζευε σε μία τσουβαλένια τσάντα που την είχα κεντήσει εγώ  και έβαζε μέσα ότι είχαν πέσει ή περισσέψει από τους προηγούμενους. Κάποια στιγμή άδειασε όλος ο όροφος που ήμουνα και εγώ έμεινα μόνη μου. Δεν είχα υποψιαστεί τι είχε γίνει. Καθόμουνα ήσυχα και ξεφύλλιζα τα βιβλία. Κάποια στιγμή ακούω φωνές από κάτω. Ήταν της μαμάς μου:

-        " Ζήνα, Ζήνα…".


Και εγώ θύμωσα τότε  γιατί με φώναζε και μου διέκοπτε το διάβασμα. Νευριασμένη κάποια στιγμή βγαίνω στο μπαλκόνι έξω και τι να δω!!! Όλοι αυτοί που ήτανε στους ορόφους τους είχανε βάλει οι αστυνομικοί με παρατεταμένα τα όπλα σε μία σειρά. Είχαν ειδοποιηθεί... 


Κατεβαίνω και εγώ κάτω και με βάλανε και μένα σε μία σειρά. Θυμάμαι έναν αστυνομικό που διέταξε να βγάλουν  τα μικρά παιδιά σαν και μένα έξω από την σειρά. Μέσα στην σειρά είδα όμως ότι ήταν η μαμά μου με την Ελένη. 


Αποφάσισα να μη φύγω. Ήθελα να δω τι θα απογίνει η μαμά μου. Πήγα απέναντι στο δρόμο Μπουμπουλίνας και Βασιλέως Κωνσταντίνου γωνία, που ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε ρούχα (νεωτερισμοί) και που λεγόταν Κορνηλία.

 

Το κτίριο που στέγαζε τότε το δεύτερο αστυνομικό τμήμα του Πειραιά.


 

Επί της Βασιλέως Κωνσταντίνου, δίπλα από την Κορνηλία στεγαζόταν τότε εκεί το δεύτερο αστυνομικό τμήμα του Πειραιά. Στεκόμουν εκεί, μα με είδε ένας αστυφύλακας που έκλαιγα για την μαμά μου γύρισε και μου είπε:

-        "Να σηκωθείς και να πας στο σπίτι σου. Είσαι ανήλικη".


Πού να φύγω όμως εγώ... Είχα αδυναμία στη μαμά μου. Το άξιζε αυτή η Πόντια ηρωίδα μητέρα. Απομακρύνθηκα για λίγο, αλλά επέστρεφα ξανά γιατί ήθελα να δω τι θα την κάνανε και που θα την πηγαίνανε. Ανάμεσα στους αστυνομικούς βρέθηκε και ένας γείτονας μας ο οποίος με ήξερε και μόλις με έβλεπε, με έδιωχνε. Ένιωσα τότε αρχηγός της οικογένειας, αφού η μαμά μου είχε συλληφθεί... Κάποια στιγμή βάλανε οι αστυνομικοί τον ένα πίσω από τον άλλον και  με συνοδεία τους πήγανε στο μέγαρο του Βάττη.

 

Το μέγαρο του Βάττη



Έλα ντε που στο τμήμα επικεφαλής ήταν ένας υπαστυνόμος που ήξερε καλά την μαμά μου από το μαγειρείο της αστυνομίας... Αμέσως την ξεχώρισε από την σειρά και της είπε ψιθυριστά:

-        "Πώς βρέθηκες εδώ κυρά Βέτα?"


Ήξερε ότι ήταν μόνη της, μεγάλωνε τίμια τα τρία κορίτσια της χωρίς άντρα, δουλεύοντας σκληρά και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και μία καλοσύνη ζωγραφισμένη στην καρδιά της.

-        "Είμαι άρρωστη και έχω πυρετό. Δέστε πως είμαι. Αν είναι, ας πεθάνω εγώ αλλά να σώσω τουλάχιστον τα παιδιά μου. Πήρα λίγα ξύλα για να τα ζεστάνω".

Και αυτός επειδή την ήξερε, την συμπόνεσε και έδωσε εντολή να την αφήσουν και να την στείλουν στο σπίτι. Η Ελένη μόλις είδε την μαμά μου να φεύγει κόλλησε πάνω της.

-        "Πες κυρά Βέτα ότι είμαι κόρη σου για να γλιτώσω και εγώ".


Έτσι και έγινε. Εγώ δεν είχα φύγει. Περίμενα και μόλις τις είδα να βγαίνουνε, λιγώθηκα στο κλάμα από χαρά γιατί είδα και πάλι την μαμά μου. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας είχα σταματήσει να κλαίω. Τους υπόλοιπους τους στείλανε στην Αλτάμπα κάπου στην Αφρική. Πώς το ξέρω? Αργότερα βρήκα μία γειτόνισσα μας και μου είπε ότι τον άντρα της που είχαν πιάσει μαζί μας, τον στείλανε στην Αλτάμπα. Μάλιστα τότε είχε βγει και ένα τραγούδι σχετικά με αυτό:

"Ναούμ, ναούμ με στείλανε στην Αλτάμπα  και μου βάλανε μία στάμπα, ναούμ, ναούμ...".


Τότε όποιος ήταν αριστερός η προσπαθούσε να κλέψει σε ντου και τον πιάνανε οι αστυνομικοί τον στέλνανε στην Αλτάμπα.

Προσπαθούσαμε όμως σε όλη την διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου να ξεχάσουμε την φτώχεια μας και να μην σκεφτόμαστε. Ντυνόμαστε με ότι βρίσκαμε και διασκεδάζαμε τις απόκριες και  οποιαδήποτε άλλη στιγμή μπορούσε να μας χαρίσει ένα χαμόγελο.

 

Αναζητώντας το χαμόγελο και την ελπίδα για ένα χαρούμενο αύριο.



Εργαζόμενη  πλέον....


Όταν τελείωσα και την έκτη δημοτικού πήγα και έπιασα δουλειά στο εργοστάσιο χαρτικών του Δανιήλ. Κάναμε τα κουτιά για τα τσιγάρα του Κεράνη, του Παπαστράτου, για τις οδοντογλυφίδες που είχανε σχέδιο με τον ελέφαντα, για γλυκά. 

Στου Δανιήλ ήταν πολύ μεγάλα τα κουτιά και εγώ μαζί με ένα άλλο κοριτσάκι, πάνω κάτω στην ηλικία μου, έκοβα το χάρτινο κουτί από τις τρεις μεριές για να βάζουνε μέσα τα τσιγάρα. Εκεί δούλεψα στην παραγωγή. Ο κύριος Δανιήλ ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος. Για μία εβδομάδα καθάριζα τις σκάλες του εργοστασίου που ήταν διώροφο, μαζί και το γραφείο του κυρίου Δανιήλ και  για την άλλη εβδομάδα δούλευα στην παραγωγή. Εναλλασσόμουνα με την Γιαννούλα την Μπανάνα, που και αυτή ήταν συνομήλικη μου. Το εργοστάσιο ήταν πιο κάτω από το από το σπίτι που μέναμε στην Κόνωνος (Κουφολούκα), κοντά στις γραμμές του τρένου στην Ρετσίνα. 

Ο κύριος Δανιήλ ήταν τρία αδέλφια. Ο Χρήστος, ο Γιάννης και ένας άλλος που ήταν αξιωματικός του ναυτικού.

Μία μέρα με ρώτησε:

-        "Ζήνα έχεις κανένα καλό κορίτσι σαν εσένα για να έρθει εδώ να δουλέψει?".


Και εγώ είπα στην αδερφή μου την Σόνια να έρθει μαζί μου στη δουλειά. Αν και πιο μικρή βρήκα δουλειά στη μεγαλύτερη αδερφή μου. Το κουμάντο στο εργοστάσιο το έκανε ο κύριος Γιάννης. Κάποια στιγμή μας είχε δώσει δύο σετ μπλε φούστες και μπλούζες, οι οποίες ήταν σταλμένες από την UNTRA, και όταν τις φοράγαμε φαινόμαστε σαν να είμαστε δίδυμες.


Στου Δανιήλ δούλεψα περίπου δύο χρόνια. Είχα βγάλει όμως βιβλιάριο ενσήμων. Τότε όλοι,  και δώδεκα χρονών να ήμασταν, όλοι δουλεύαμε…


Μετά του Δανιήλ έπιασα δουλειά στου Μηναΐδη, που ήταν πλεκτήριο στην λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου και Κουντουριώτη γωνία και  δούλεψα εκεί μέχρι που έγινα σχεδόν εικοσιδύο χρονών και παντρεύτηκα τον Στάθη.


Αυτός μας έβαζε την βδομάδα μόνο τρία μεροκάματα ενώ εμείς δουλεύαμε τουλάχιστον τέσσερα. Μία μέρα όμως μία Κρητικιά καπάτσα κοπέλα, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, έτσι λεγόταν μας είπε:

-        "Τι θα γίνει; Μας χρωστάει λεφτά".


Ο Μηναΐδης ήταν πολύ ιδιότροπος άνθρωπος. Το φαγητό του το έτρωγε δώδεκα η ώρα ακριβώς το μεσημέρι. Αν του το πήγαινες δώδεκα και δύο λεπτά το πέταγε. Κάποια μέρα η Ελευθερία μας μάζεψε και μας είπε:

-        "Θα κάνω κάτι αλλά θέλω όλες να είσαστε σύμφωνες".


Εμείς δεν είχαμε αντίρρηση. Του είπε λοιπόν ότι ήρθε κάποιος από την Επιθεώρηση Εργασίας και μας ρώτησε πόσες μέρες δουλεύουμε και πόσες πληρωνόμαστε.

-        "Και τι του απαντήσατε εσείς;",

 ρώτησε φανερά αγχωμένος.

-        "Ότι δουλεύουμε τέσσερις, πέντε και πληρωνόμαστε τις τρεις".

-        "Με κάψατε, με κάψατε",

 μονολογούσε θυμωμένος.


Εμένα με θεωρούσε αθώα. Ήρθε λοιπόν ο κύριος Ηλίας και με ρώτησε.

-        " Εσύ κυρία Ζηνοβία τι του είπες;".

-        " Την αλήθεια κύριε Ηλία".

-        " Και εσύ κυρία Μαρίκα;",

 ρώτησε μια άλλη κοπελίτσα.

-        "Το ίδιο",

αποκρίθηκε και αυτή.


Όλα κι όλα. Μπορεί να μην μας έδινε αυτά που έπρεπε, αλλά όλες μας αποκαλούσε κυρία.... τάδε. Τι ήμουνα εγώ!!! Δεν θα ήμουνα καλά-καλά δεκαπέντε χρονών κοριτσάκι, αλλά κυρία!!! Όμως επειδή η τότε η Επιθεώρηση Εργασίας έκανε ελέγχους, όχι όπως είναι τώρα, έτρεξε αναμμένος στην Επιθεώρηση μαζί με τα βιβλία του και είπε ότι σε αυτόν τον ελεγκτή που ήρθε στην επιχείρησή του, τα κορίτσια, οι εργάτριες δηλαδή εμείς, δεν του είπαν την αλήθεια.

-        "Ορίστε, έφερα και τα βιβλία και τα χαρτιά για να τα δείτε. Εγώ τους βάζω κανονικά τα ένσημα και τα μεροκάματα",

είπε στους υπαλλήλους.


Τότε δούλευαν πολλοί υπάλληλοι στην Επιθεώρηση και είτε νόμιζε ο ένας ότι είχε έρθει ο άλλος, είτε κατάλαβαν τι είχε γίνει, δεν του είπαν ότι δεν είχε έρθει κανένας από αυτούς και έτσι τον άφησαν να μας καταβάλλει κανονικά τα μεροκάματα. Αυτός επέστρεψε στην βιοτεχνία του και μας κατέβαλε όσα μας χρωστούσε σε χρήματα και ένσημα. Δύσκολα χρόνια!!! Δουλεύαμε καμία φορά και Σάββατα και Κυριακές αλλά δεν πληρωνόμασταν. Φαγητό τρώγαμε ότι είχε ο καθένας από το σπίτι του από τις δώδεκα μέχρι τις δύο που είχαμε διάλειμμα και σχολάμε στις πέντε το απόγευμα, επειδή ήταν βιοτεχνία. Υπήρχε όμως και μαγαζί που πούλαγε τα είδη της βιοτεχνίας. Αν δεν είχαμε δουλειά εννοείται ότι φεύγαμε στις πέντε, ενώ αν είχε καθόμασταν μέχρι και τις επτά το απόγευμα και φεύγαμε. Και από υπερωρίες... Άστα.... 


Στα διαλείμματα του φαγητού διάβαζα στην Ελευθερία που δεν ήξερε γράμματα το μυθιστόρημα "Francesca da Rimini", που ήταν σε συνέχειες στην εφημερίδα που αγόραζε ο Μηναΐδης.  Μετά του Δανιήλ και όταν ήμουνα στου Μηναΐδη, πήγα και στην μοδίστρα την κυρία Δήμητρα Λυμπεροπούλου, που ήταν Βασιλέως Γεωργίου και Υψηλάντου γωνία, για ενάμιση χρόνο. Τότε έμαθα και να ράβω.

 

Επίλογος.

Πέρασαν τα χρόνια. Παντρεύτηκα τον Στάθη και περάσαμε μπόρες.  Ξεκινήσαμε από το τίποτα στην αρχή. Μα μέρα -μέρα η ζωή μας καλυτέρευε οικονομικά. Απέκτησα δύο παιδιά. Τη Λίζα (Ελισάβετ) που έγινε δασκάλα και τον Βασίλη που επέλεξε να γίνει καθηγητής.

 

Η οικογένεια μου


 

Η Σόνια και η Λιαλιούκα είδαν και αποείδαν και  έφυγαν για την Αμερική, μαζί με την Σόνια την φίλη μας και την Σουσάνα, που εν τω μεταξύ είχαν παντρευτεί και αυτές.


Κάποια στιγμή η μαμά μου από την υγρασία στο εστιατόριο απέκτησε ρευματισμούς. Δεν μπορούσε να δουλέψει πλέον στο εστιατόριο. Παρακάλεσε τον διευθυντή της αστυνομίας να της βρει μία διαφορετική δουλειά. Αυτός ενήργησε και η μαμά μου πήγε στο εργοστάσιο του Καρέλα και δούλεψε στο φαρμακείο και στο θυρωρείο. Εγώ έμεινα εδώ για να στηρίζω και να στηρίζομαι από την αγαπημένη μου μαμά. Την ηρωίδα

(57)

 

Η ηρωίδα Πόντια μητέρα μου.

 

Αναζητήσαμε τον πατέρα μου για να δούμε ποια ήταν η μοίρα του. Δυστυχώς.... Κάπου, κάποτε χάθηκε!!! Ο μόνος από τους δικούς μας που επέστρεψε ήταν ο θείος της μαμάς μου, ο Χαράλαμπος από την Σιβηρία το ‘51.

 

Ο αδελφός του παππού μου Χαράλαμπος  με την  Σόνια και την Λιαλιούκα.


Μεγαλώσαμε σχεδόν ορφανά. Η ζωή είναι στιγμές. Ρούφηξε την κάθε σταγόνα χαράς για να αντέξεις στις μπόρες της ζωής. Είναι ψευδαίσθηση να νομίζεις ότι τα πράγματα στην ζωή σου θα έρθουν όπως τα επιθυμείς…. Στην πραγματικότητα διαχειρίζεσαι προβλήματα και καταστάσεις. Κι αν είσαι τυχερή βρίσκεις ένα σύντροφο να πορεύεσαι μαζί του. Να σε στηρίζει στα δύσκολα. Και εγώ τον  βρήκα στο πρόσωπο του Στάθη.

 


Το Μεγάλο Ταξίδι.


Αισθάνθηκα ότι ήρθε η ώρα μου για το Μεγάλο Ταξίδι. Ταλαιπωρήθηκα από προβλήματα υγείας από τότε που ήμουνα νέα και ταλαιπώρησα τους γύρω μου. Ζήτησα από τα παιδιά μου να με πάνε για τελευταία φορά στον Πειραιά μου… Να με περάσουν από τα μέρη που έζησα και αγάπησα. Άλλαξαν πολλά. Λίγα από τα κτίρια που θυμόμουνα διασώθηκαν. Μα κάθε γωνιά της πόλης που μεγάλωσα και αγάπησα μου προξενεί ρίγη αναμνήσεων και συναισθημάτων. Πιστεύω ότι κανένα λιμάνι δεν είναι σαν Πειραιά  και σε κανένα λιμάνι δεν θα βρεις ανθρώπους σαν τους Πειραιώτες. Ακόμα και στις χαρούμενες μέρες της ζωής, ο δόλιος άνθρωπος θα κάνει το κακό, ενώ ακόμα και στις πιο μαύρες στιγμές της ζωής ο αγαθός Άνθρωπος θα ακτινοβολεί καλοσύνη. Η διήγηση μου είναι ένα μνημόσυνο ευγνωμοσύνης για όλους αυτούς που μας προστάτευσαν στην Κατοχή.

 

Έδωσα εντολή στα παιδιά μου να γράψουν την ιστορία μου, όπως την θυμάμαι και τους την διηγήθηκα σε δύο καλοκαίρια.  Ξεκίνησε να γράφει η Λίζα και συνέχισε το επόμενο καλοκαίρι ο Βασίλης.

 


Τα παιδιά μου ανέλαβαν να εκτελέσουν την εντολή μου που τους υπαγόρευσα


Να μείνει παρακαταθήκη στους νεότερους το τι τραβήξαμε από τη στιγμή που το καράβι από την Οδησσό μας έβγαλε στο λιμάνι του Πειραιά. Την ηρωίδα την μάνα μου!!! Να μη γνωρίσουν άλλα παιδιά τις συνθήκες που βίωσε η γενιά μου. Και τα παιδιά μου πιστεύω να διηγηθούν την ιστορία μου.


Την στιγμή που θα τους αποχαιρετήσω από ψηλά, είμαι σίγουρη ότι η αγαπημένη μου φίλη Βούλα θα είναι εκεί. Και το αγαπημένο κοριτσάκι με τα γαλανά μάτια που πρωτοσυνάντησα στο καράβι ερχόμενη από την Οδησσό, η Σουσάνα, όχι μόνο θα είναι εκεί, αλλά και θα φτιάξει με τα χέρια της τα κουλουράκια για το μνημόσυνο. Φεύγω με απορία και πίκρα αναρωτώμενη ποιά θα ήταν η τύχη μας αν δεν φεύγαμε ποτέ από την Ρωσία, όπου γεννήθηκα μέσα στις καλύτερες συνθήκες που θα μπορούσε να βρει ένα παιδί, πριν οι πολιτικές καταστάσεις τις ανατρέψουν. 


Τελευταία θα με αποχαιρετίσει η αδερφούλα μου η Λιαλιούκα με τον άντρα της, τον Παύλο. Τα αδέλφια μου!!! Η ζωή είναι κύκλος. Όπως εγώ την πρόσεχα στο καλάθι και της κρατούσα το χέρι εκείνο το ξημέρωμα στο λιμάνι του Πειραιά, έτσι και αυτή θα μου κρατήσει το χέρι για τελευταία φορά για να κλείσει ο κύκλος της ζωής μου. Στο απόδειπνο του ταξιδιού μου θα κάτσουν μαζί στο τραπέζι όλοι όσοι με αγάπησαν και τους αγάπησα. Συγγενείς και φίλοι.

 

Μόλις γεννηθείς σου δίνεται  μια Κιβωτός  με τα χαρακτηριστικά της οικογένειας σου. Μέρα - μέρα  μετά στην ζωή σου γεμίζεις αυτή την Κιβωτό και βάζεις αυτά που κατέκτησες:  αναμνήσεις, συναισθήματα και αξίες  μαζί με αυτά που σου δόθηκαν. Είναι δική σου υπόθεση.  Όταν ετοιμαστείς για το Μεγάλο Ταξίδι αυτήν την Κιβωτό την παίρνεις μαζί σου!!!

Μάνα σε ευγνωμονώ για έκανες για μας.


Τέσσερις γενιές. Η γιαγιά Ζήνα, η κόρη της Λίζα, η εγγονή της  Σταυρούλα, και η δισέγγονη της Μελίνα

 

Με λέγανε Ζήνα και έζησα στον Πειραιά μέσα στις φλόγες της Κατοχής και του Εμφυλίου.

 

Η εκπλήρωση της εντολής.

Η αφηγηματική αυτοβιογραφία της Ζηνοβίας Παπαδοπούλου- Κεσίσογλου, συζύγου Ευσταθίου Κωνσταντινίδη, αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό είδος της τριλογίας:

Πόντος - Ρωσία - Ελλάδα.

Συμβάλλει στη γνώση των γεγονότων της Οδύσσειας που περίμενε τους Έλληνες του Πόντου μετά την αναχώρηση τους από την περιοχή της Αργυρούπολης. Κατά την άποψη του γράφοντα προσθέτουν στοιχεία στην προφορική ιστορία των κατοίκων του Πειραιά, πιθανόν με μικρές αποκλίσεις και ασάφειες στην ακριβή ταυτοποίηση του χρόνου και του τόπου των γεγονότων, λόγω της μεγάλης παρέλευσης του χρόνου. Κάποιοι πρωταγωνιστές της διήγησης είναι ακόμα εν ζωή. Ο αρθρογράφος πρόσθεσε από την αυθεντική αυτοβιογραφία μόνο την εισαγωγή και τον επίλογο.

Η αφήγηση της υπερογδοντάχρονης γυναίκας, γεννημένης το 1932, δόθηκε στα παιδιά της τα καλοκαίρια του 2015 και 2016, έχοντας πλήρη πνευματική διαύγεια. 

Ο κύκλος της ζωής της έκλεισε τον Ιούλιο του 2017. Προσπαθήσαμε να εκπληρώσουμε την εντολή της.

Η ιστορία του Πειραιά αποδόθηκε στο φιλμ:

http://vkonsta.blogspot.com/2015/10/blog-post_73.html

https://www.youtube.com/watch?v=5T-Em2GMsNQ,

Και αν κάποιος ενδιαφέρεται για την ιστορία των Ελλήνων του Πόντου και της Ρωσίας μπορεί να ανατρέξει στο blog: vkonsta.blogspot.gr





Πηγές:

-         Σταύρου Καραμπερόπουλου : «ΠΕΙΡΑΙΚΟ  ΛΕΥΚΩΜΑ»  2010  «Ο Πειραιάς  που  έζησα  και  αγάπησα».

-         http://pireorama.blogspot.com/2015/10/1940-1941.html

-         https://pireorama.blogspot.com/2012/01/11-1944.html

-         iefimerida.gr - https://www.iefimerida.gr/news/471042/o-vomvardismos-toy-peiraia-to1944-otan-oi-symmahoi-sfyrokopisan-toys-germanoys-alla

-         https://kanaliena.gr/27-aprilioy-1941-oi-germanoi-mpainoyn-ston-katestrammeno-peiraia/

-          https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature /education/

-         urban/iframe.html?urb=21&location=150&item=3812


12 σχόλια:

  1. Τι να πει κανεις .Δεν υπαρχουν σχολια.Ουτε το ΕΥΓΕ ειναι αρκετο φιλε Βασιλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τα ξαναδιάβασα. Διαταγή: βιβλίο!!!!!!!!!
    Βασίλη, οφείλεις να το κάνεις βιβλίο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βασίλη, αγαπημένε μου φίλε και συνάδελφε, για μια ακόμη φορά μου κοινώνησες κείμενα με αυθεντικές ανθρώπινες ιστορίες, που θα παρέμεναν άγνωστες αν δεν καταγράφονταν. Νιώθω λοιπόν συναισθήματα χαράς που γνώρισα την ιστορία της Ελλάδας και του Πόντου μέσα από την "Οδύσσεια" μιας προσφυγικής οικογένειας σε δύσκολους καιρούς. Ένα μεγάλο κερί άναψες και πάλι στη μνήμη όλων αυτών των ανθρώπων, των προγόνων σου και των υπόλοιπων ανθρώπων. Έχεις το συγγραφικό χάρισμα και το πλαισιώνεις με ιστορική μεθοδολογία. Συνέχισε να γράφεις και μη σταματάς, ανοίγεις και μας δείχνεις το δρόμο. Είμαι βέβαιος ότι το έργο σου θα εμπνεύσει νέους ερευνητές και θα αναδειχθούν νέες σελίδες στην ιστορία του 19ου και 20ου αιώνα. Θεός να κρατεί σε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ συγκινητική αφήγηση! Μάθημα Ιστορίας! Μάθημα δύναμης και θετικής στάσης στη ζωή! Τυχεροί οι απόγονοι της ηρωίδας Ζήνας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Φανταζομαι την κολαση αυτων που προκαλεσαν ολο αυτον τον πονο σε εκατομμυρια κοσμο , να ακουν τις ιστοριες τους και να κλαινε μετανοιωμενοι , στην ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ακόμη ένα ΜΠΡΑΒΟ Βασίλη. Να είσαι καλά.
    Κώστας Καρκάνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Πραγματικά υπέροχο Θείε Βασίλη. Ευτυχως που είσαι και εσύ και μαθαίνουμε την ιστορία μας . Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για όλες τις διηγήσεις σου .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Πραγματικά συγκινήθηκα, είδα στο τέλος και τις φωτογραφίες της αγαπημένης μου Ελισάβετ και την δική σου, της μητέρας σου του πατέρα σου, να είστε καλά όλοι, φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Βασίλη έχουν δίκιο πρέπει να το κάνεις βιβλίο. Τέτοια ντοκουμέντα πρέπει να μείνουν για πάντα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Εξαιρετικο κειμενο-ντοκουμεντο για την ζωη και την ταλαιπωρία των Προσφύγων που ηρθαν απο τις αλησμονητες πατριδες κατατρεγμενοι ,ταλαιπωρημενοι και ομως ,χωρις καμμια συμπαράσταση ,με την εργατικότητα ,το ηθος τους,καταφεραν οχι μονο να επιβιωσουν ,αλλα και να αναδειχθούν σημαντικοι παραγοντες στον Κοινωνικό ,Οικονομικο ,Καλλιτεχνικο στερεωμα της Χωρας. Επισης οι περιγραφες της Ιστορικης περιοδου πριν και στην διαρκεια της Κατοχης φωτιζουν γεγονοτα και δειχνουν το αληθινο κλιμα ,χωρις καμμια ωραιοποιηση ,του Αγωνα για την επιβιωση των απλων ανθρωπων. Οι φωτογραφιες του πριν και τωρα συμπληρώνουν το θαυμασιο κειμενο . Χιλια Μπραβο !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Καταπληκτική αφήγηση! Μακάρι κι ο πατέρας μου να είχε ζήσει περισσότερο να μας διηγηθεί κι αυτός τα πρώτα χρόνια του στην Ελλάδα. Δυστυχώς έφυγε από τη ζωή το 1989 κι εμείς δεν είχαμε ακόμα μυαλό να ρωτήσουμε και να εκτιμήσουμε την ιστορία της ζωής του. Πάντως ήρθαν όλοι μαζί πενταμελής οικογένεια (κυνηγημένοι επίσης) κι αυτό κάνει τη διαφορά. Μεγάλο πλήγμα η ορφάνια... Στην κατοχή έχασε τα δυο του αδέλφια από φυματίωση. Ήταν φοιτητές τότε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Είμαι τυχερή που μεγάλωσα κοντά σε αυτούς τους χρυσούς ανθρώπους. Πήρα πολλά καλά στοιχεία και μπόρεσα και εγώ με τη σειρά μου να αντιμετωπίσω την δύσκολη ζωή. Βασίλη μου, από μικρό παιδί έδειχνε ότι θα γίνεις αξιόλογος άνθρωπος. Συγχαρητήρια
    Τάνια Παυλίδου

    ΑπάντησηΔιαγραφή